ble fløyet til Aten οι τραυµατίες µεταϕέρθηκαν στην Αθήνα µε αεροπλάνο/

Størrelse: px
Begynne med side:

Download "ble fløyet til Aten οι τραυµατίες µεταϕέρθηκαν στην Αθήνα µε αεροπλάνο/"

Transkript

1 1 fly n. αεροπλάνο, το [tǥ aεrǥplanǥ] # (luftfartøy) αεροσκάϕος, το [tǥ aεrǥskaǥs] / enmotors/tomotots/firemotors fly µονοκινητήριο/δικινητήριο/τετρακινητήριο αεροπλάνο, το [tǥ mǥnǥkinitiriǥ/ðikinitiriǥ/tεtrakinitiriǥ aεrǥplanǥ] / enseters/toseters fly µονοθέσιο/διθέσιο αεροπλάνο, το [tǥ mǥnǥϑεsiǥ/ðiϑεsiǥ aεrǥplanǥ] / flyet mitt er forsinket η πτήση µου είναι καθυστεριµένη [i ptisi mu inε kaϑistεrimεni] / går det noe fly til Aten? υπάρχει πτήσις για την Αθήνα; [iparçi ptisiz ja tin aϑina] / hvor mange fly gikk tapt? πόσα αεροσκάϕη χάθηκαν; [pǥsa aεrǥskafi Χaϑikan] / med fly (luftveien) αεροπορικώς [aεrǥpǥrikǥs] : reise med fly ταξιδεύω αεροπορικώς [taksiðεvǥ aεrǥpǥrikǥs] / supersonisk fly (overlydsfly) υπερηχητικό αεροπλάνο, το [tǥ ipεriçitikǥ aεrǥplanǥ] fly v. ίπταµαι [iptamε] # πετώ [pεtǥ] # πετάω [pεtaǥ] # (reise med fly) ταξιδεύω αεροπορικώς [taksiðεvǥ aεrǥpǥrikǥs] # (transportere med fly/helikopter) µεταϕέρ(ν)ω µε το αεροπλάνο/το ελικόπτερο [mεtafεr(n)ǥ mε aεrǥplanǥ/εlikǥptεrǥ] / de skadde ble fløyet til Aten οι τραυµατίες µεταϕέρθηκαν στην Αθήνα µε αεροπλάνο/ ελικόπτερο [i travmatiεz mεtafεrϑikan stin aϑina mε aεrǥplanǥ/εlikǥptεrǥ] / fugler som flyr mot sør πουλιά που πετούν κατά το νότο [pulja pu pεtun kata tǥ nǥtǥ] / noen fugler kan ikke fly µερικά πουλιά δεν µπορούν να πετάξουν [mεrika pulja ðεm bǥrun na pεtaksun] / fly i strupen på noen (kaste seg over noen) αρπάζω κάποιον από το λαιµό [arpazǥ kapiǥn apǥ tǥ lεmǥ] # (gå løs på, angripe) ξεµπροστίζω [ksεmbrǥstizǥ] # ξεµπροστιάζω [ksεmbrǥstjazǥ] : han fløy i strupen på meg før jeg fikk åpnet munnen µε ξεµπρόστιασε πριν ανοίξω το στόµα µου [mε ksεmbrǥstjasε prin aniksǥ tǥ stǥma mu] / fly i taket (fly i flint, bli aldeles rasende) ϕρενιάζω [frεnjazǥ] # βουλίζοµαι [vulizǥmε] # παλαβώνω [palavǥnǥ] # αϕηνιάζω (από θυµό) [afinjazǥ (apǥ ϑimǥ)] # εξοργίζοµαι [εksǥrjizǥmε] # γίνοµαι µπαρούτι [jinǥmε baruti] : han fløy i taket da han hørte det αϕήνιασε όταν τ' άκουσε [afiniasε Ǥtan takusε] / fly tilbake (ta fly tilbake, komme tilbake med fly) έρχοµαι πίσω µε αεροπλάνο [εrχǥmε pisǥ mε aεrǥplanǥ] / har du noensinne fløyet (reist med fly)? έχεις πετάξει ποτέ; [εçis pεtaksi pǥtε] / vi flyr i en høyde av 7000 meter πετούµε σε ύψος 7000 µέτρων [pεtumε sε ipsǥs εfta çiljaðεz mεtrǥn] / fly med ballong ίπταµαι µε αερόστατο [iptamε mε aεrǥstatǥ] : vi fløy med ballong (så langt som/helt) til øya πετάξαµε µε το αερόστατο µέχρι το νησί [pεtaksamε mε tu aεrǥstatǥ mεχri tu nisi] / føre et fly (være pilot) κυβέρνω ή πιλοτάρω (αεροπλάνο) [kivεrnǥ i pilǥtarǥ (aεrǥplanǥ)] / jeg kan ikke fordra å fly απεχθάνοµαι να ταξιδεύω αεροπορικώς [apεχϑanǥmε na taksiðεvǥ aεrǥpǥrikǥs] / fly tilbake επιστρέϕω µε αεροπλάνο [εpistrεfǥ mε aεrǥplanǥ] fly- (luftfarts-) αεροναυτικός [aεrǥnaftikǥs] # αεροπορικός [aεrǥpǥrikǥs] # (flyger-, flygende) ιπτάµενος [iptamεnǥs] flyangrep n. (luftangrep) αεροπορική επίθεση, η [i aεrǥpǥriki εpiϑεsi] # αεροπορική επιδροµή, η [i aεrǥpǥriki εpiðrǥmi] flybase m. αεροπορική βάση, η [i aεrǥpǥriki vasi] flybensin m. βενζίνη αεροσκαϕών, η [i vεnzini aεrǥskafǥn]

2 2 flybestning m. (flymannskap) ιπτάµενο προσωπικό, το [tǥ iptamεnǥ prǥsǥpikǥ] flybeskyttelse m. (mil.)(luftdekning) αεροπορική κάλυψη, η [i aεrǥpǥriki kalipsi] flybillett m. αεροπορικό εισιτήριο, το [tǥ aεrǥpǥrikǥ isitiriǥ] flybuss m. (buss til flyplassen) λεωϕορείο για το αεροδρόµιο, το [tǥ lεǥfǥriǥ ja tǥ aεrǥðrǥmiǥ] flybåren adj. (luftbåren) που βρίσκεται στον αέρα [pu vriskεtε stǥn aεra] # που βρίσκεται σε πτήση [pu vriskεtε sε ptisi] # αεροκίνητος [aεrǥkinitǥs] / flybårne tropper αεραγήµατα, τα [ta aεrajimata] # αεροµαταϕερόµενες δυνάµεις [aεrǥmεtafεrǥmεnεz ðinamis] flydyktig adj. (i flygerutdanning) ικανός για πτήση [ikanǥs ja ptisi] # κατάλληλος για πτήση [katalilǥz ja ptisi] # αξιόπλοος [aksjǥplǥǥs] # πλόϊµος [plǥïmǥs] flydyktighet f.m. (som kreves for å få flysertifikat) ικανότητα για πτήση, η [i ikanǥtita ja πλοϊµότητα # ptisi] ptisi] # καταλληλότητα για πτήση, η [i katalilǥtita ja αεροσκάϕους, η i plǥïmǥtita aεrǥskafus] flyelektronikk m. (avionikk, vitenskapen om elektronikkens anvendelse i luftfarten) η επιστηµή των εϕαρµογών της ηλεκτρονικής στην αεροπορία [i εpistimi tǥn εfarmǥDžǥn tis ilεktrǥnikis stin aεrǥpǥria] flyfille f. (lettsindig jente, tøyte) αλανιάρισσα, η [i alanjarisa] # αλανιάρα, η [i alanjara] flyforsendelse m. αεροπορική αποστολή (ϕορτίου), η [i aεrǥpǥriki apǥstǥli (fǥrtiu)] flyfoto n. αεροϕωτογραϕία, η [i aεrǥfǥtǥDžrafia] # αεροπορική ϕωτογραϕία, η [i aεrǥpǥriki fǥtǥDžrafia] flyfotografering f.m. αεροϕωτογράϕηση, η [i aεrǥfǥtǥDžrafisi] flyfrakt f.m. αεροπορικό ϕορτίο, το [tǥ aεrǥpǥrikǥ fǥrtiǥ] flyfraktbrev n. ϕορτωτική εναέριας µεταϕοράς, η [i fǥrtǥtiki εnaεrias mεtafǥras] flygeblad n. ϕεϊγβολάν, το [tǥ fεïDžvǥlan] # (kunngjøring (til utdeling)) προκήρυξη (για µοίρασµα), η [i prǥkiriksi (ja mirazma)] flygel n. πιάνο µε ουρά, ο [Ǥ pjanǥ mε ura] flygeledelse m. ρύθµιση εναέριας κυκλοϕορίας, η [i riϑmisi εnaεrias kiklǥfǥrias] flygeledertjeneste f.m. έλεγχος εναέριας κυκλοϕορίας, ο [Ǥ εlεŋχǥs εnaεrias kiklǥfǥrias] flygende adj. (fly-, flyger-) ιπτάµενος [iptamεnǥs] / (om bombefly) en flygende festning ιπτάµενο ϕρούριο [iptamεnǥ fruriǥ] / en flygende tallerken ιπτάµενος δίσκος [iptamεnǥz ðiskǥs] flyger m. (flyver) αεροπόρος, ο [Ǥ aεrǥpǥrǥs] # (især om militærflyger) πιλότος, ο [Ǥ pilǥtǥs] flygerskole m. αεροπορική σχολή, η [i aεrǥpǥriki sχǥli] / Forsvarets flygerskole Σχολή Ικάρων, η [i sχǥli ikarǥn] flyging f.m. αεροπορία, η [i aεrǥpǥria] # (luftfart, flykunst, flyteknikk) αεροναυτική (µηχανή), η [i aεrǥnaftiki (miχani)] flyhangar m. (hangar) υπόστεγο αεροπλάνων, το [tǥ ipǥstεDžǥ aεrǥplanǥn] flyindustri m. αεροπορική βιοµηχανία, η [i aεrǥpǥriki viǥmiχania] # (planlegging og konstruksjon av fly (luftfartøyer)) σχεδιασµός και κατασκευή αεροσκαϕών [sçεðiazmǥs kε kataskεvi aεrǥskafǥn] flykadett m. (elev ved flyvåpnets offisersskole) Ίκαρος [ikarǥs] # µαθητής σχολής

3 3 αξιωµατικών της αεροπορίας, ο [Ǥ maϑitis sχǥlis aksiǥmatikǥn dis aεrǥpǥrias] flyingeniør m. µηχανικός αεροπλάνων, ο [Ǥ miχanikǥs aεrǥplanǥn] flykaprer m. αεροπειρατής, ο [Ǥ aεrǥpiratis] # f. αεροπειρατίνα, η [i aεrǥpiratina] flykapring f.m. αεροπειρατεία, η [i aεrǥpiratia] flyklubb m. αεροπορική λέσχη, η [i aεrǥpǥriki lεsçi] flykonstruksjon m. αεροναυπηγική, η [i aεrǥnafpijiki] flykonstruktør m. αεροναυπηγός, ο [Ǥ aεrǥnafpiDžǥs] flykorridor m. (luftkorridor) αεροπορικός διάδροµος, ο [Ǥ aεrǥpǥrikǥz ðjaðrǥmǥs] flykropp m. (flyskrog) σκελετός αεροπλάνου, ο [Ǥ skεlεtǥs aεrǥplanu] flykte v. (komme seg unna, rømme, unnslippe) διαϕεύγω [ðiafεvDžǥ] # (søke tilflukt, søke ly) καταϕεύγω [katafεvDžǥ] # (ta kuten, ta beina på nakken) το ρίχνω στη ϕευγάλα [tǥ riχnǥ sti fεvDžala] # παίρνω δρόµο [pεrnǥ ðrǥmǥ] # λακώ [lakǥ] # λακάω [lakaǥ] # (trekke seg, hoppe av desertere) αποσκιρτώ [apǥskirtǥ] # αυτοµολώ [aftǥmǥlǥ] / bankranerne flyktet i en varebil οι ληστές της τράπεζας διέϕυγαν µ' ένα ϕορτηγάκι [i listεs tis trapεzaz ðjεfiDžan mεna fǥrtiDžaki] / de flyktet til et naboland διέϕυγαν σε µια γειτονική χώρα [ðjεfiDžan sε mja jitǥniki ΧǤra] / han flyktet fra Hellas διέγυϕε από την Ελλάδα [ðjεfijε apǥ tin εlaða] / flykte for å komme i sikkerhet (prøve å redde seg/søke sikkerhet ved flukt) σητώ ασϕάλεια στη ϕυγή [zitǥ asfalia sti fiji] / flykte fra (unngå, unnslippe) γλιτώνω (από) [DžlitǤnǤ (apǥ)] : ingen kan flykte fra sin skjebne κανένας δε γλιτώνει από τη µοίρα του [kanεnas ðε DžlitǤni apǥ ti mira tu] / flykte i panikk ϕεύγω πανικόβλητος [fεvDžǥ panikǥvlitǥs] / flykte over stokk og stein τρέποµαι σε (άτακτη) ϕυγή [trεpǥmε sε (atakti) fiji] / han flyktet til Vesten (han hoppet av i Vesten) αυτοµόλησε στη ύση [aftǥmǥlisε sti ðisi] / vi flyktet til båtene/opp i fjellene/inn i jungelen καταϕύγαµε στις βάρκες /στα βουνά/στη ζούγκλα [katafiDžamε stiz varkεs/sta vuna/sti zuŋgla] flyktig adj. (luftig, i gassform) αερώδης [aεrǥðis] # (uforutsigbar, ustabil) ανερµάτιστος [anεrmatistǥs] # (forgjengelig, kortvarig, forbigående, midlertidig) διαβατικός [ðiavatikǥs] # εϕήµερος [εfimεrǥs] # παροδικός [parǥðikǥs] # (ubestemmelig, vag, uhåndgripelig) άπιαστος [apiastǥs] # (immateriell, uhåndgripelig, uvirkelig) αύλος [avlǥs] # (hastig, overfladisk, lettsindig, ubetenksom) επιπόλαιος [εpipǥlεǥs] # (forbigående) περαστικός [pεrastikǥs] / en flyktig forelskelse παροδικό αισθηµατάκι [parǥðikǥ εsϑimataki] / en flyktig idé (grille, fiks ide) εϕήµερη/ παροδική λόξα [εfimεri/parǥðiki lǥksa] # (bare et innfall) περαστική ιδιοτροπία [pεrastiki iðiǥtrǥpia] / et flyktig blikk επιπόλαιη µατιά [εpipǥlεi matja] / et flyktig inntrykk (en vag fornemmelse) µια άπιαστη εντύπωση [mja apiasti εndipǥsi] # µια ϕευγαλέα εντύπωση [mja fεvDžalεa εndipǥsi] flyktighet f.m. (ubestandighet, forgjengelighet) παροδικότητα, η [i parǥðikǥtita] flyktning m. πρόσϕυγας ο/η [Ǥ/i prǥsfiDžas] / politisk flyktning πολιτικός εξόριστος, ο [Ǥ pǥlitikǥs εksǥristǥs] # εµιγκρές, ο [Ǥ εmigrεs] / tallet på flyktninger har gått ned ο αριθµός των προσϕύγων ελαττώθηκε [Ǥ ariϑmǥs tǥn prǥsfiDžǥn εlatǥϑikε] flyktningeleir m. οικισµός προσϕύγων, ο [Ǥ ikizmǥs prǥsfiDžǥn] flymekaniker m. αεροµηχανικός, ο [Ǥ aεrǥmiχanikǥs] # µηχανοτεχνίτης

4 4 αεροσκαϕών, ο [Ǥ miχanǥtεχnitis aεrǥskafǥn] # (flymaskinist) ιπτάµενος µηχανικός, ο [Ǥ iptamεnǥz miχanikǥs] flymekanikk m. (flymekanikeryrke) αεροναυπηγική, η [i aεrǥnafpijiki] flymotor m. αεροκινητήρας, ο [Ǥ aεrǥkinitiras] flyoppvisning m. (flyshow) αεροπορική επίδειξη, η [i aεrǥpǥriki εpiðiksi] # (flyutstilling) αεροπορική έκθεση, η [i aεrǥpǥriki εkϑεsi] flyplass m. αεροδρόµιο, το [tǥ aεrǥðrǥmiǥ] flypost m. (luftpost) : med flypost αεροπορικώς [aεrǥpǥrikǥs] flyreise f.m. (flyvning) πτήση, η [i ptisi] flyrute f.m. αεροπορική γραµµή, η [i aεrǥpǥriki Džrami] # αερογραµµή, η [i aεrǥDžrami] # (reiserute) αεροπορικό δροµλόγιο, το [tǥ aεrǥpǥrikǥ ðrǥmǥlǥjiǥ] / innenlands flyrute εσωτερική αεροπορική γραµµή, η [i εsǥtεriki aεrǥpǥriki Džrami] / utenlands flyrute διεθνής αεροπορική γραµµή, η [i ðiεϑnis aεrǥpǥriki Džrami] flyselskap n. εαροπορική εταιρεία, η [i aεrǥpǥriki εtεria] # αεροπορία, η [i aerǥpǥria] flysertifikat n. πτυχίο αεροπόρου, το [tǥ ptiçiǥ aεrǥpǥru] # δίπλωµα πιλότου, το [tǥ ðiplǥma pilǥtu] flysete n. θέση σε αεροπλάνο, η [i ϑεsi sε aεrǥplanǥ] / bestille flysete (bestille sete på flyet, bestille flybillett) κλείνω θέση σε αεροπλάνο [klinǥ ϑεsi sε aεrǥplanǥ] flyskrekk m. / jeg innrømmer at jeg har flyskrekk παρδέχοµαι ότι ϕοβάµαι τ' αεροπλάνα [paraðεχǥmε Ǥti fǥvamε taεrǥplana] flyskrog n. (flykropp) σκελετός αεροπλάνου, ο [Ǥ skεlεtǥs aεrǥplanu] # άτρακτος, η [i atraktǥs] flyskvadron m. αεροπορική µοίρα, η [i aεrǥpǥriki mira] flysoldat m. (mannlig flysoldat) σµηνίτης, ο [Ǥ sminitis] # (kvinnelig flysoldat) σµηνίτισσα, η [i sminitisa] flystøtte f.m. (mil.) αεροπορική υποστήριξη, η [i aεrǥpǥriki ipǥstiriksi] # ( støtte fra flyvåpenet ) υποστήριξη από το όπλο της αεροπορίας [ipǥstiriksi apǥ tǥ ǤplǤ aεrǥpǥrias] flystøy m. βοή των αεροπλάνων, η [i vǥï tǥn aεrǥplanǥn] / flystøyen kommer til å gjøre meg gal! η βοή των αεροπλάνων θα µε τρελλάνει! [i vǥï tǥn aεrǥplanǥn ϑa mε trεlani] flysyke f.m. ναυτία πτήσης, η [i naftia ptisis] # ναυτία (επιβατών) αεροσκάϕους, η [i naftia (εpivatǥn) aεrǥskafus] flyt m. (strøm) ροή, η [i rǥï] # (flyt og eleganse i tale eller stil) γλαϕυρότητα, η [i DžlafirǤtita] / for å bedre flyten i trafikken για να βελτιώσουµε τη ροή της κυκλοϕορίας [ja na vεltiǥsumε ti rǥï tis kiklǥfǥrias] / fri flyt av arbeidskraft og kapital i EU-land η ελεύθερη κυκλοϕορία εργατών και κεϕαλαίων στις χώρες της ΕΟΚ [i εlεfϑεri kiklǥfǥria εrDžatǥn kε kεfalεǥn stis ΧǤrεs tis εǥk] flyte v. (holde seg flytende) επιπλέω [εpiplεǥ] # (rulle, trille) κυλάω [kilaǥ] # κυλώ [kilǥ] # (sveve, dingle, svinge, sirkle) αιωρούµαι [εǥrumε] / alt flyter (Heraklit) τα πάντα ρει* [ta panda ri] / flyte fritt (renne i strie strømmer) κυλάω ανεµπόδιστα [kilaǥ anεmbǥðista] / flyte gjennom διαρρέω [ðiarεǥ] : elva Eurotas flyter gjennom Lakoniadalen ο Ευρώτας διαρρέει την κοιλάδα της Λακωνίας [Ǥ εvrǥtaz ðiarεi tiŋ gilaða tiz lakǥnias] : Seinen flyter tvers gjennom Paris ο Σηκουάνας

5 5 διασχίζει το Παρίσι [Ǥ sikuanaz ðiasçizi tǥ parisi] / flyte inn (renne inn, strømme inn) εισρέω [izrεǥ] / (om elv:) flyte inn i (renne inn i) εισβάλλω σε [izvalǥ sε] / flyte på vann επιπλέω στο νερό [εpiplεǥ stǥ nεrǥ] / (om farge:) flyte ut (flyte sammen, farge av) απλώνοµαι [aplǥnǥmε] : vil fargene flyte ut? θ' απλώσουν τα χρώµατα; [ϑa aplǥsun ta ΧrǤmata] : vil kjolen farge av under vask απλώσουν τα χρώµατα αν πλυθεί το ϕόρεµα; [ϑa aplǥsun ta ΧrǤmata an pliϑi tǥ fǥrεma] / flyte rundt (befinne seg et sted) γυρίζω [jirizǥ] : hvor er kulepennen din? - den flyter vel rundt her et sted πού είναι το στυλό σου; κάπου εδώ θα γυρίζει [pu inε tǥ stilǥ su - kapu εðǥ ϑa jirizi] / flyte sammen (gå over i hverandre, blandes sammen) µπερδεύοµαι [bεrðεvǥmε] : ordene/linjene fløt sammen οι λέξεις/οι αράδες µπερδεύτηκαν [i lεksiz/i araðεz bεrðεftikan] / flyte ut over (spre seg over, dekke) απλώνω [aplǥnǥ] : vannet fløt over hele golvet το νερό άπλωσε σ' όλο το πάτωµα [tǥ nεrǥ aplǥsε sǥlǥ tǥ patǥma] flytebrygge f.m. (landingsbrygge, pir, molo) αποβάθρα, η [i apǥvaϑra] flytebøye f. (lysbøye) πλωτός ϕάρος, ο [Ǥ plǥtǥs farǥs] # καραβοϕάναρο, το [tǥ karavǥfanarǥ] flytedokk f.m. πλωτή δεξαµενή, η [i plǥti ðεksamεni] flyteknikk m. (flyging, aeronautikk) αεροναυτική (µηχανή), η [i aεrǥnaftiki (miχani)] flyteknisk adj. (fly-, luftfarts-) αεροναυτικός [aεrǥnaftikǥs] flytekran f.m. (heisekran på fartøy el. flåte) πλωτός γερανός, ο [Ǥ plǥtǥz jεranǥs] flytende adj. (rennende) ρευστός [rεfstǥs] # υγρός [iDžrǥs] # (som ikke synker, synkefri) ακαταπόνιστος [akatapǥnistǥs] # αβούλιαχτος [avuliaχtǥs] # αβύθιστος [aviϑistǥs] # (overf. i beherskelse av språk) ϕαρσί [farsi] # (økon. og polit.) κυµαινόµενος [kimεnǥmεnǥs] # (lett, utvungen, komfortabel) άνετος [anεtǥs] # (om tale, håndskrift: jevn, elegant, formfullendt) γλαϕυρός [DžlafirǤs] # (om tale: elegant,flytende) καλλιεπής [kaliεpis] # (perfekt) άπταιστος [aptεstǥs] # (vag, ubestemmelig, svevende, utflytende) αόριστος [aǥristǥs] / flytende/kortvarig gjeld κυµαινόµενο χρέος [kimεnǥmεnǥ Χrεεs] / (ved votering) flytende stemmer (bevegelige/marginale stemmer) κυµαινόµενοι ψήϕοι [kimεnǥmεni psifi] / flytende valutakurs κυµαινόµενη τιµή συναλλάγµατος [kimεnǥmεni timi sinalaDžmatǥs] / på flytende engelsk σε άπταιστα αγγλικά [sε aptεsta aŋglika] / snakke flytende engelsk µιλώ άνετα αγγλικά [milǥ anεta aŋglika] flytende adv. (utvungent, lett) αβίαστα [aviasta] # άνετα [anεta] # µε ευχέρεια [mε εfçεria] # καλά [kala] / snakke/skrive flytende µιλώ/γράϕω αβίατα [milǥ/Džrafǥ aviata] : snakke gresk flytende µιλώ µε ευχέρεια Ελληνικά [milǥ mε εfçεria εlinika] : han snakker engelsk flytende µιλάει καλά αγγλικά [milai kala aŋgilka] flytering m. (flytevest) σωσίβιο, το [tǥ sǥsiviǥ] flyterminal m. αεροσταθµός επιβατών, ο [Ǥ aεrǥstaϑmǥs εpivatǥn] flytevest m. (redningsvest) σωσίβιο, το [tǥ sǥsiviǥ] flytjeneste f.m. αεροµεταϕορά, η [i aεrǥmεtafǥra] flytorpedo m. αεροτορπίλλη, η [i aεrǥtǥrpili] flytrafikk m. αεροµεταϕορά, η [i aεrǥmεtafǥra]

6 6 flytransport m. (lufttransport, massetransport med fly) αεροµεταϕορά, η [i aεrǥmεtafǥra] # αρεοπορική µεταϕορά, η [i aεrǥpǥriki mεtafǥra] # αεροπορικές µεταϕορές, οι [i aεrǥpǥrikεz mεtafǥrεs] flytrapp f. (landgang, utgang) έξοδος, η [i εksǥðǥs] flyttbar adj. (ambulerende, ikke stasjonær) περιπατητικός [pεripatitikǥs] # βαδιστικός [vaðistikǥs] # (overførbar) µεταθετός [mεtaϑεtǥs] flytte v. (bytte bosted) αλλάζω σπίτι [alazǥ spiti] # (bytte bosted, emigrere) µετοικώ [mεtikǥ] # (transportere) µετακοµίζω [mεtakǥmizǥ] # κουβαλώ [kuvalǥ] # (forflytte, omplassere, overføre) µεταθέτω [mεtaϑεtǥ] # µεταϕέρ(ν)ω [mεtafεr(n)ǥ] # (flytte om på, omstille, forskyve, forrykke, utsette) µετατοπίζω [mεtatǥpizǥ] # (i sjakk, foreta et trekk med) παίζω [pεzǥ] / flytte en bonde παίζω ένα πιόνι [pεzǥ εna pjǥni] / flytte fra/ut av (forlate, evakuere) εκκενώνω [εkεnǥnǥ] : flytte fra et hus εκκενώνω ένα σπίτι [εkεnǥnǥ εna spiti] / flytte inn (installere seg, etablere seg) εγκαθίσταµαι* [εŋgaϑistamε] : flytte inn i nytt hus εγκαθίσταµαι σ' ένα νέο σπίτι [εŋgaϑistamε sεna nεǥ spiti] / flytte om på (omplassere) µεταθέτω [mεtaϑεtǥ] : flytte om på møblene i et rom (ommøblere et rom) µεταθέτω τα έπιπλα µέσα σ' ένα δωµάτιο [mεtaϑεtǥ ta εpipla mεsa sεna ðǥmatiǥ] : flytte et skrivebord µετατοπίζω ένα γραϕείο [mεtatǥpizǥ εna DžrafiǤ] / flytte en koffert fra høyre til venstre hånd µεταϕέρω µια βαλίτσα από το δεξί στ' αριστερό χέρι [mεtafεrǥ mja valitsa apǥ tǥ ðεksi staristεrǥ çεri] / flytte opp (dra/dytte/heise/løfte/rulle/sette/skyve/ta/trekke opp) ανεβάζω [anεvazǥ] / flytte på seg (bevege seg bort) µετακινούµαι [mεtakinumε] / flytte seg (gi plass, gå til side) κάνω στην µπάντα [kanǥ stim banda] / flytte urolig på seg (vri seg i stolen, være rastløs) κουνιέµαι νευρικά στη θέση µου [kunjεmε nεvrika sti ϑεsi mu] / flytte ut av det gamle og inn i det nye huset κουβαλώ από το παλιό στο νέο σπίτι [kuvalǥ apǥ tǥ paljǥ stǥ nεǥ spiti] / flytte ut av et leid rom/hus (avslutte et leieforhold) ξενοικιάζω [ksεnikjazǥ] / han bor ikke her lenger, han har flyttet δεν µένει πια εδώ, µετοίκησε [ðεn mεni pja εðǥ mεtikisε] / han flyttet bokskapet fra stua og inn på kontoret sitt µετασκόµισε τη βιβλιοθήκη από το σαλόνι στο γραϕείο του [mεtakǥmisε ti vivliǥϑiki apǥ tǥ salǥni stǥ DžrafiǤ tu] / han flyttet stolen nærmere vinduet µετακίνησε την καρέκλα του πιο κοντά στο παράθυρο [mεtakinisε tiŋ garεkla tu pjǥ kǥnda stǥ paraϑirǥ] / han må/skal ikke flyttes! τίποτα δεν τον κουνάει! [tipǥta ðεn dǥŋ kunai] / når skal dere flytte inn i nyhuset? πότε µετακοµίζετε στο νέο σας σπίτι; [pǥtε mεtakǥmizεtε stǥ nεǥ sas spiti] / vi holder på å flytte fra Sparta til Aten µετακοµίζοµε από τη Σπάρτη στην Αθήνα [mεtakǥmizǥmε apǥ ti sparti stin aϑina] / vi skal flytte om ei uke σε µια βδωµάδα θα κουβαλήσουµε [sε mja vðǥmaða ϑa kuvalisumε] : vi flytter neste søndag θα µετακοµίσουµε την Κυριακή [ϑa mεtakinisumε tiŋ giriaki] : vi flyttet ut/inn på søndag θα ϕύγουµε/θα εγκατσασταθούµε την Κυριακή [ϑa fiDžumε/ϑa εŋgatastaϑumε tiŋ giriaki] flyttebil m. (stor lastebil til møbeltransport) καµιόνι/ϕορτηγό µετακοµίσεων, το [tǥ kamjǥni/ fǥrtiDžǥ mεtakǥmisεǥn] flyttebyrå n. εργολάβος µετακοµίσεων, ο [Ǥ εrDžǥlavǥz mεtakǥmisεǥn] flyttfugl m. (trekkfugl) διαβατάρικο πουλί, το [tǥ ðiavatarikǥ puli] # αποδηµητικό

7 7 πτηνό, το [tǥ apǥðimitikǥ ptinǥ] # pl. µεταναστευτικά πουλιά, τα [ta mεtanastεftika pulja] flytting f.m. (trekk, tiltak) βήµα, το [tǥ vima] # (omflytting, flytting til nytt bosted/hus) µετακόµηση, η [i mεtakǥmisi] # µετοικεσία, h [i mεtikεsia] # (omplassering (av gjenstand), forskyving, utsettelse) µετακίνηση, η [i mεtakinisi] # µετατόπιση, η [i mεtatǥpisi] # (inn-/utflytting) κουβάληµα, το [tǥ kuvalima] flytur m. αεροπορικό ταξίδι, το [tǥ aεrǥpǥrikǥ taksiði] # διαδροµή µε αεροπλάνο, η [i ðiaðrǥmi mε aεrǥplanǥ] # (flyreise, flyvning) πτήση, η [i ptisi] / ens første flytur το βάπτισµα του αέρα [tǥ vaptizma tu aεra] flyulykke f.m. (flykrasj, flyhavari) αεροπορικό ατύχηµα, το [tǥ aεrǥpǥrikǥ atiçima] / han ble drept i ei flyulykke σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχηµα [skǥtǥϑikε sε aεrǥpǥrikǥ ðistiçima] flyver m. (flyger) αεροπόρος, ο [Ǥ aεrǥpǥrǥs] # αεροναυτής, ο [Ǥ aεrǥnaftis] # (især om militærflyger) πιλότος, ο [Ǥ pilǥtǥs] flyvert m. ϕροντιστής αεροσκάϕους, ο [Ǥ frǥndistis aεrǥskafus] # ιπτάµενος ϕροντιστής, ο [Ǥ iptamεnǥs frǥndistis] flyvertinne f.m. αεροσυνοδός, η [i aεrǥsinǥðǥs] # ιπταµένη συνοδός, η [i iptamεni sinǥðǥs] flyvitenskap m. (aeronautikk) αεροναυτική (µηχανή), η [i aεrǥnaftiki (miχani)] flyvning m. (flyreise) πτήση, η [i ptisi] # αεροπορική πτήση, η [i aεrǥpǥriki ptisi] flyvåpen n. (mil.)(luftvåpen) πολεµική αεροπορία, η [i pǥlεmiki aεrǥpǥria] # όπλο της αεροπορίας, το [tǥ ǤplǤ tis aεrǥpǥrias] # Flyvåpnet (Luftvåpnet) Πολεµική Αεροπορία, η [i pǥlεmiki aεrǥpǥria] / støtte fra flyvåpenet (flystøtte) υποστήριξη από το όπλο της αεροπορίας [ipǥstiriksi apǥ tǥ ǤplǤ aεrǥpǥrias] flørte v. γαµπρίζω [DžambrizǤ] / flørte med (kurtisere, gå ut med) ερωτοτροπώ µε [εrǥtǥtrǥpǥ mε] # (blunke til noen) κλείνω το µάτι σε κάποιον [klinǥ tǥ mati sε kapiǥn] # (sende ømme blikk til noen) κάνω τα γλυκά µάτια σε κάποιον [kanǥ ta Džlika matia sε kapiǥn] : flørte med ei jente ερωτοτροπώ µ' ένα κορίτσι [εrǥtǥtrǥpǥ mεna kǥritsi] : flørte/leke med tanken om å kjøpe bil ερωτοτροπώ µε την ιδέα να αγοράσω αυτοκίνητο [εrǥtǥtrǥpǥ mε tin iðεa na aDžǥrasǥ aftǥkinitǥ] / Georg begynte å flørte med damene/jentene (Georg fikk seg kjæreste) ο Γιώργος άρχισε να γαµπρίζει [Ǥ jǥrDžǥs arçisε na Džambrizi] flørting f.m. ϕλερτ, το [tǥ flεrt] # κορτάρισµα, το [tǥ kǥrtarizma] # (kyss og klem, kjæling, klining) ζαχάρωµα, το [tǥ zaχarǥma] # pl. ζαχαρώµατα, τα [ta zaχarǥmata] / flørting er hennes yndlingsbeskjeftigelse το ϕλερτ είναι η αγαπηµένη της διασκέδαση [tǥ flεrt inε i aDžapimεni tiz ðiaskεðasi] / så begynte de flørtingen/ kliningen igjen άρχισαν πάλι τα ζαχαρώµατα [arçisan pali ta zaχarǥmata] fløte m. (kremfløte) ανθόγαλα, η [i anϑǥDžala] # κρέµα γάλακτος, η [i krεma DžalaktǤs] # αϕρόγαλα, η [i afrǥDžala] # (kaffeskum) καϊµάκι, το [tǥ kaïmaki] / skumme fløten av αποβουτυρώνω [apǥvǥtirǥnǥ] # (velge det beste/godbitene) διαλέγω την αϕρόκρεµα [ðialεDžǥ tin afrǥkrεma] / denne såpa skummer ikke så mye αυτό το

8 8 σαπούνι δεν αϕρίζει εύκολα [aftǥ tǥ sapuni ðεn afrizi εfkǥla] / skumme av (stjele) ξαϕρίζω [ksafrizǥ] / vil du ha/bruker du fløte i kaffen? θέλεις κρέµα στον καϕέ σου [ϑεlis krεma stǥŋ gafε su] fløteost m. µανούρι, το [tǥ manuri] # (en type mager fløteost) µυζήθρα, το [tǥ miziϑra] # (kremost, feit ost) ανθότυρο, το [tǥ anϑǥtirǥ] fløy m. (ving(e)) πτέρυγα, η [i ptεriDža] # (bygningsfløy) πτέρυγα κτιρίου, η [i ptεriDža ktiriu] # (gruppering, fraksjon) µερίδα, η [i mεriða] / det ble påbygd en ny fløy på sykehuset µια νέα πτέρυγα προστέθηκε στονοσοκοµείο [mja nεa ptεriDža prǥstεϑikε stǥ nǥsǥkǥmiǥ] / hvilken politisk fløy tilhører du? (hvor står du politisk?) σε ποια πολιτική µερίδα ανήκεις; [sε pja pǥlitiki mεriða anikis] fløyel m. βελούδο, το [tǥ vεluðǥ] # (fløyelsstoff) κατιϕές, ο [Ǥ katifεs] fløyelsbløt adj. (fløyels-, fløyelsmyk, fløyelsaktig) βελούδινος [vεluðinǥs] fløyelsgardinner f.pl. βελούδινες κουρτίνες [vεluðinεs kurtinεs] fløyelsmyk adj.(fløyels-, fløyelsbløt, fløyelsaktig) βελούδινος [vεluðinǥs] # απαλός σα βελούδο [apalǥs sa vεluðǥ] / fløyelsmyk hud βελούδινο δέρµα [vεluðinǥ ðεrma] fløyte f.m. (pipe, dømmerfløyte o. l.) σϕυρίχτρα, η [i sfiriχtra] # (mus.) ϕλάουτο, το [tǥ flautǥ] # (fabrikkfløyte, dampfløyte, bilhorn) καραµούζα, η [i karamuza] fløytespiller m. (fløytist) αυλητής, ο [Ǥ avlitis] fløytist m. (fløytespiller) αυλητής, ο [Ǥ avlitis] flå v. (skrubbe, skrape, pelse, overf. hudflette) γδέρνω [DžðεrnǤ] # (overf. utplyndre, melke, pumpe) αρµέγω [armεDžǥ] # κοπανίζω [kǥpanizǥ] # κοπανάω [kǥpanaǥ] # κοπανώ [kǥpanǥ] # (overf. loppe, utplyndre, svindle) γδέρνω [DžðεrnǤ] # ληστεύω [listεvǥ] # γυµνώνω [jimnǥnǥ] # καταγυµνώνω [katjimnǥnǥ] # κατακλέβω [kataklεvǥ] # καταληστεύω [katalistεvǥ] # (folk.) ξεπαραδιάζω [ksεparaðjazǥ] # (i (kort)spill: loppe, blakke) µαδώ [maðǥ] # ξαϕρίζω [ksafrizǥ] # ξεγυµνώνω [ksεjimnǥnǥ] # ξεϕλουδίζω [ksεfluðizǥ] / de flådde han i kortspill τον γύµνωσαν/ µάδησαν στα χαρτιά [tǥn jimnǥsan/maðisan sta Χartja] / flå en hare γδέρνω ένα λάγο [DžðεrnǤ εna laDžǥ] / (også overf.) flå noen levende γδέρνω κάποιον ζωντανό [DžðεrnǤ kapiǥn zǥndanǥ] : han ble flådd levende τον έγδαραν ζωντανό [tǥn εDžðaran zǥnðanǥ] / flå de rike/turistene (loppe de rike/turistene (for penger), la de rike/turistene blø) γδέρνω τους πλούσιους /τους τουρίστες [DžðεrnǤ tus plusius/tus turistεs] / han ble flådd av falskspillerne τον άρµεξαν οι χαρτοκλέπτες [tǥn armεksan i Χartuklεptεs] : han ble flådd på kasinoet τον έγδαραν/καταγύµνωσαν/ληστέψανε/µάδησαν/ ξεγύµνωσαν/ξεϕλούδισαν στο καζίνο [tǥn εDžðaran/katajimnǥsan/listεpsanε/maðisan/ ksεjimnǥsan/ksεfluðisan stǥ kazinǥ] : jeg ble flådd i den butikken µε κατάκλεψαν σ' αυτό το µαγαζί [mε kataklεpsan saftǥ tǥ maDžazi] : regjeringen har nok en gang flådd bileierne η κυβέρνηση κοπάνησε πάλι τους γιωταχήδες [i kivεrnisi kǥpanisε pali tuz jǥtaçiðεs] : vi ble flådd på den restauranten µας καταλήστεψαν σ' αυτό το εστιατόριο [mas katalistεpsan saftǥ tǥ εstiatǥriǥ] : vi ble regelrett flådd på det hotellet µας έγδαραν κυριολεκτικά σ' αυτό το ξενοδοχείο [mas εDžðaran kiriǥlεktika saftǥ tǥ ksεnǥðǥçiǥ] flåer m. (flåer av dyr, slakter (på et slakteri)) γδάρτης (σϕαγίων), ο [Ǥ Džðartis (sfajiǥn)] #

9 9 εκδορέας, ο [Ǥ εDžðǥrεas] flåing f.m. (pelsing) γδάρσιµο, το [tǥ DžðarsimǤ] # (plyndring, ribbing, avkledning) γδύσιµο, το [tǥ DžðisimǤ] flåkjeft m. (flabb, uforskammet person) γλωσσάς, ο [Ǥ DžlǤsas] # γλωσσού, η [i DžlǤsu] flåte m. στόλος, ο [Ǥ stǥlǥs] # (handelsflåte) εµπορικός στόλος, ο [Ǥ εmbǥrikǥs stǥlǥs] # (marine, orlogsflåte, krigsflåte) πολεµικός στόλος, ο [Ǥ pǥlεmikǥs stǥlǥs] # (armada, krigsflåte) αρµάδα, η [i armaða] flåteavdeling f.m. (flotilje) µοίρα στόλου, η [i mira stǥlu] flåtebase m. m. (marinebase) ναυτική βάση, η [i naftiki vasi] flåteskvadron m. (skipsskvadron) ναυτική µοίρα, η [i naftiki mira] FN (De forente nasjoner) ο Οργανισµός Ηνωµένων Εθνών (ο ΟΗΕ) [Ǥ ǤrDžanizmǤs inǥmεnǥn εϑnǥn (Ǥ Ǥiε)] / i FN στον ΟΗΕ [stǥn Ǥiε] fnis n. (fnising, knis, knising) γελάκια, το [tǥ jεlakia] # γέλιο, το [tǥ jεliǥ] / hold opp med fnisinga, jenter! (nå holder/rekker det med fnisinga, jenter!) ϕτάνουν τα γέλια, κορίτσια! [ftanun ta jεlia kǥritsia] fnise v. (knise, le undertrykt) κρυϕογελώ [krifǥjεlǥ] fnising f.m. (krampelatter) νευρικά γέλια, τα [ta nεvrika jεlia] / bli fnisete (få krampelatter) µε πιάνουν νευρικά γέλια [mε pjanun nεvrika jεlia] fnugg n. (spor, grann) ίχνος, το [tǥ iχnǥs] # κόκκος, ο [Ǥ kǥkǥs] # (det minste, bitte liten) παραµικρός [paramikrǥs] # ελάχιστος [εlaçistǥs] / det fantes ikke fnugg av bevis δεν ύπηρξε η παραµικρή/ ελάχιστη απόδειξη [ðεn ipirksε i paramikri/εlaçisti apǥðiksi] / ikke et fnugg av bevis/sannhet ούτε ίχνος αποδείξεως /αλήθειας [utε iχnǥs apǥðiksεǥs/aliϑias] / ikke et/det fnugg (ikke det minste grann, ikke en døyt) ούτε το παραµικρό ίχνος [utε tǥ paramikrǥ iχnǥs] f-nøkkel m. (mus.)(bassnøkkel) κλειδί του ϕα, το [tǥ kliði tu fa] fokk f. (råseil, mersseil, toppseil) αρτέµονας, ο [Ǥ artεmǥnas] fokus n. (brennpunkt) εστία, η [i εstia] # (sentrum, nidtpunkt) κέντρο, το [tǥ kεndrǥ] / i fokus for debatten στο κέντρο της συζήτησης [stǥ kεndrǥ] fokusere v. (sentrere, plassere) συγκεντρώνω [siŋgεndrǥnǥ] # εντονίζω [εndǥnizǥ] # εστιάζω [εstiazǥ] / fokusere på v. (feste blikket på, stirre på) αποβλέπω [apǥvlεpǥ] # (samle seg om, konsentrere seg om, dreie seg om) εντονίζοµαι σε [εndǥnizǥme sε] / fokusere fullt og helt på arbeidet sitt (vie sitt arbeid full oppmerksomhet, ha all sin oppmerksomhet rettet mot sitt arbeid) δίνω αµέριτη προσοχή στη δουλειά µου [ðinǥ amεriti prǥsǥçi sti ðulja mu] fokusering f.m. εστίαση, η [i εstiasi] / fokusering på (oppmerksomhet (rettet) mot) προσοχή σε [prǥsǥçi sε] : arbeidet hans utmerker seg/kjennetegnes ved fokusering på detaljer η δουλειά του διακρίνεται για προσοχή στη λεπτοµέρεια [i ðulja tu ðiakrinεtε ja prǥsǥçi sti lεptǥmεria] fold m. (legg, brett) πιέτα, η [i pjεta] # (søm, legg, fold, krøll, rynke) δίπλα, η [i ðipla] # (kve, innhegning, overf. menighet) µαντρί, το [tǥ mandri] / bryte ut av folden το σκάω από το µαντρί [tǥ skaǥ apǥ tǥ mandri] / komme tilbake i folden ξαναµπαίνω/ ξαναγυρίζω στο µαντρί [ksanabεnǥ/ksanajirizǥ stǥ mandri]

10 10 folde v. (brette, legge sammen) διπλώνω [ðiplǥnǥ] # (knytte) δένω [ðεnǥ] / folde sammen et brev/ei avis διπλώνω ένα γράµµα/µια εϕηµερίδα [ðiplǥnǥ εna Džrama/mja εfimεriða] / folde ut (brette ut) ανοίγω [aniDžǥ] # ξεδιπλώνω [ksεðiplǥnǥ] # απλώνω [aplǥnǥ] : de foldet ut bannerne/flaggene sine ξεδίπλωσαν τις σηµαίες τους [ksεðiplǥsan tis simεεs tus] : folde ut et kart ανοίγω/απλώνω ένα χάρτη [aniDžǥ/aplǥnǥ εna Χarti] / med hendene foldet i bønn µε τα χέρια της δεµένα σε προσευχή [mε ta çεria tis ðεmεna sε prǥsεfçi] foldedør f.m. πτυσσόµενη πόρτα, η [i ptisǥmεni pǥrta] folder m. (sammenbrettet trykksak, reklamebrosjyre) (αναδιπλούµενο διαϕηµιστικό) ϕυλλάδιο, το [tǥ anaðiplumεnǥ ðiafimistikǥ filaðiǥ] folding f.m. (bretting, sammenkrølling) δίπλωση, η [i ðiplǥsi] folie m. (bladmetall, lamell) έλασµα, το [tǥ εlazma] # (metallfolie) λάµα, η [i lama] # (celluloid) ζελατίνα, η [i zεlatina] # (celluloid, fint pergament, velinpapir) µεµβράνη, η [i mεmvrani] / gjennomsiltig folie διαϕανής ζελατίνα [ðiafaniz zεlatina] foliering f.m. (nummerering av bladene i ei bok) αρίθµηση, η [i ariϑmisi] folk n. λαός, ο [Ǥ laǥs] # (folkeferd, nasjon, rase) γένος, το [tǥ jεnǥs] # γενιά, η [i jεnja] (samfunn, offentlighet, verden) κοινωνία, η [i kinǥnia] # κόσµος, ο [Ǥ kǥzmǥs] / det greske folk η γενιά/το γένος των Ελλήνων [i jεnja/tǥ jεnǥs tǥn εlinǥn] # (den greske nasjon, alle grekere) το πανελλήνιο [tǥ panεlinjǥ] / det var mye/lite folk (her/der) είχε πολύ/λίγο κόσµο [içε pǥli/liDžǥ kǥzmǥ] : det var så masse folk at ύπηρχε τόσος λαός που... [ipirçε tǥsǥz laǥs pu] : det var folk i hopetall/en folkevrimmel der ηταν κόσµος και ντουνιάς [itan kǥzmǥs kε dunjs] / fint folk (sosietetskretser) οι καλός κόσµος [Ǥ kalǥs kǥzmǥs] / folk flest (de brede lag av folket) το ευρύ κοινό [tǥ εvri kinǥ] / folk som kommer og går (renn fram og tilbake, trafikk, tråkk) πηγαίνε έλα, τα [ta pijεnε εla] / gjøre folk av (få skikk på, sivilisere, foredle, adle) εκπολιτίζω [εkpǥlitizǥ] / hva kommer folk til å si? τι θα πει η κοινωνία/ο κόσµος; [ti ϑa pi i kinǥnia/ǥ kǥzmǥs] / vi får folk på besøk i kveld θα 'χουµε κόσµο απόψε [ϑa Χumε kǥzmǥ apǥpsε] folke- δηµώδης* [ðimǥðis] # λαϊκός [laïkǥs] (masse,- som angår alle/folket) πάνδηµος [panðimǥs] folkeavstemning f.m. (referendum) δηµοψήϕισµα, το [tǥ ðimǥpsifizma] / avgjøre ei sak ved folkeavstemning λύνω ένα θέµα µε δηµοψήϕισµα [linǥ εna ϑεma mε ðimǥpsifizma] / avholde folkeavstmning (om noe) κάνω δηµοψήϕισµα (για κάτι) [kanǥ ðimǥpsifizma (ja kati)] folkebad n. (offentlig bad) δηµόσια λουτρά, η [i ðimǥsia lutra] folkebibliotek n. δηµοτική βιβλιοθήκη, η [i ðimǥtiki vivliǥϑiki] # (offentlig bibliotek) δηµόσια βιβλιοθήκη, η [i ðimǥsia vivliǥϑiki] folkedans m. λαϊκός χορός, ο [Ǥ laikǥs ΧǤrǤs] # (pl.) λαϊκοί/δηµοτικοί/παραδωσιακοί χοροί, οι [i laiki/ðimǥtiki/paraðǥsiaki ΧǤri] # (på de greske øyer) µπάλος, ο [Ǥ balǥs] folkedrakt f.m. (nasjonaldrakt, bunad) εθνηκή ενδυµασία, η [i εϑniki εnðimasia] folkeeventyr n. λαϊκό παραµύθι, το [tǥ laïkǥ paramiϑi] / ei samling irske folkeeventyr

11 11 συλλογή ιρλανδέζικων λαϊκών παραµυθιών [silǥji irlanðεzikǥn laïkǥn paramiϑjǥn] folkeferd n. (folk, rase, stamme) ϕυλή, η [i fili] # (rase, stamme) γένος, το [tǥ jεnǥs] / krigersk folkeferd ϕιλοπόλεµη ϕυλή, η [i filǥpǥlεmi fili] folkefest m. πάνδηµος εορτασσµός, ο [Ǥ panðimǥs εǥrtazmǥs] Folkeforbundet (hist) η Κοινωνία των Εθνών (ΚΤΕ) [i kinǥnia tǥn εϑnǥn] folkefront m. λαϊκό µέτωπο, το [tǥ laïkǥ mεtǥpǥ] folkehav n. (menneskehav, stor menneskemasse) ανθρωποθάλασσα, η [i anϑrǥpǥϑalasa] # (enorme menneskemasser) αµέτρητα πλήθη [amεtrita pliϑi] folkekjær adj (avholdt, populær) δηµοϕιλής [ðimǥfilis] # (fetert) λαοϕιλής [laǥfilis] / en folkekjær person δηµοϕιλής, ο/η [Ǥ/i ðimǥfilis] # λαοϕιλής, ο/η [Ǥ/i laǥfilis] / folkekjære melodier δηµοϕιλείς µελωδίες [ðimǥfiliz mεlǥðiεs] folkekunst m. (brukskunst) λαική τέχνη, το [tǥ laïki tεçni] folkelig adj. (folke-, grasrot-, uttrykt (skriftlig eller muntlig) på dialekt) λαϊκός [laïkǥs] folkeliggjøre v. (popularisere) εκλαϊκεύω [εklaïkεvǥ] folkeliggjørende adj. (populariserende) εκλαϊκευτικός [εklaïkεftikǥs] folkeliggjøring f.m. (popularisering) εκλαΐκευση, η [i εklaïkεfsi] folkelighet f.m. (alminnelighet) λαϊκότητα, η [i laïkǥtita] folkemasse m. (folkemengde, menneskemengde) πλήθος, το [tǥ pliϑǥs] # ασκέρι, το [tǥ askεri] # λαός, ο [Ǥ laǥs] folkemengde f.m. (folkemasse, menneskemengde) πλήθος, το [tǥ pliϑǥs] # ασκέρι, το [tǥ askεri] # λαός, ο [Ǥ laǥs] / en stor folkemengde µεγάλο πλήθος [mεDžalǥ pliϑǥs] (en masse mennesker) µπόλικος κόσµος [bǥlikǥs kǥzmǥs] / politiet skjøt inn i folkemengden η αστυνοµία έβαλε κατά του πλήθους [i astinǥmia εvalε kata tu pliϑus] / (store) folkemengder (flokker av mennesker) µπουλούκια κόσµου [bulukia kǥzmu] / trenge folkemengden tilbake απωθώ το πλήθος [apǥϑǥ tǥ pliϑǥs] folkemening f.m. (opinion, folks innstilling) κατεύθυνση της κοινής γνώµης, η [i katεfϑinsi tis kiniz DžnǤmis] folkeminner n.pl. (folketradisjoner) λαϊκές παραδόσεις, οι [i laïkεs paraðǥsis] folkemord n. (folkedrap) γενοκτονία, η [i jεnǥktǥnia] # (mord, drap, mannedrap) ανθρωποκτονία, η [i aϑrǥpǥktǥnia] folkemuseum n. µουσείο λαϊκής τέχνης, το [tǥ musiǥ laïkis tεçnis] # λαογραϕικό µουσείο, το [tǥ laǥDžrafikǥ musiǥ] folkemusikk m. λαϊκή µουσική, η [i laïki musiki] # δηµοτική µουσική, η [ i ðimǥtiki musiki] folkemusikkensemble n. λαϊκή ορχήστρα, η [i laïki Ǥrçistra] folkemusikkinstrumenter n.pl. λαλούµενα, τα [ta lalumεna] folkemusikkvitenskap m. (forskning på folkemusikk) εθνοµουσικολογία, η [i εϑnǥmusikǥlǥjia] folkemøte n. (åpent møte, offentlig møte) δηµόσια συνέλευση, η [i ðimǥsia sinεlεfsi] # δηµόσια συγκέντρωση, η [i ðimǥsia siŋgεndrǥsi] folkemål n. (dagligtale, talespråk) καθοµιλούµενη, η [i kaϑǥmilumεni] # οµιλουµένη, η [i ǤmilǤmεni] # (dialekt, sjargong) πατουά, το [tǥ patǥa] # («hårete» språk) µαλλιαρή

12 12 (γλώσσα), η [i maljari (DžlǤsa)] folkens n.pl. (godtfolk) παιδιά, τα [ta pεðja] / hvordan går det, folkens? παιδιά, τι κάνετε; [pεðja ti kanεtε] folkeopinion m. κοινή γνώµη, η [i kini DžnǤmi] # (folkets domstol, bygdedyret ) δικαστήριο της κοινής γνώµης, το [tǥ ðikastiriǥ tis kiniz DžnǤmis] folkeopplysning f.m. διαϕώτηση του λαού, η [i ðiafǥtisi tu lau] / arbeide for folkeopplysningen δουλεύω για τη διαϕώτηση του λαού [ðulεvǥ ja ti ðiafǥtisi tu lau] folkeopprør n. (folkereisning, frihetskrig, uavhengighetskrig) εθνεγερσία, η [i εϑnεjεrsia] # λαϊκή εξέγερση, η [i laïki εksεjεrsi] folkeparti n. λαϊκό κόµµα, το [tǥ laïkǥ kǥma] folkeregister n. (sorenskriverkontor) ληξιγραϕικό µητρώο, το [tǥ liksiDžrafikǥ mitrǥǥ] # ληξιαρχείο, το [tǥ liksiarçiǥ] / kommunalt folkeregister δηµοτολόγιο, το [tǥ ðimǥtǥlǥjiǥ] folkereisning f.m. m. (folkeopprør, frihetskrig, uavhengighetskrig) εθνεγερσία, η [i εϑnεjεrsia] # λαϊκή εξέγερση, η [i laïki εksεjεrsi] folkerepublikk m. λαϊκή δηµοκρατία, η [i laïki ðimǥkratia] folkerett m. (internasjonal rett) διεθνές δίκαιο, το [tǥ ðiεϑnεz ðikεǥ] # διεθνή νόµιµα/ νοµιµότητα, τα [ta ðiεϑni nǥmima/nǥmimǥtita] / bryte folkeretten παραβιάζω τη διεθνή νοµιµότητα [paravjazǥ ti ðiεϑni nǥmimǥtita] folkesang m. δηµοτικό τραγούδι, το [tǥ ðimǥtikǥ traDžuði] / radioen spilte folkesanger på full styrke/i vilden sky το ραδιόϕωνο έπαιζε στη διαπασών δηµοτικά τραγούδια [tǥ raðjǥfǥnǥ εpεzε sti ðiapasǥn ðimǥtika traDžuðia] folkeskikk m. (anstendighet) ευπρέπεια, η [i εfprεpia] / dårlig folkeskikk παρατυπία, η [i paratipia] : det er dårlig folkeskikk å gå inn et sted uten å banke på døra είναι παρατυπία να µπεις κάπου χωρίς να χτυπήσεις [inε paratipia na bis kapε ΧǤriz na Χtipisis] / god folkeskikk (høflighet, elskverdighet) ευγένεια, η [i εvjεnia] : god folkeskikk tilsier at man reiser seg når en dame kommer inn η ευγένεια απαιτεί να σηκώνεσαι όταν µπαίνει µια κυρία [i εvjεnia apεti na sikǥnεsε Ǥtan bεni mja kiria] / mangel på folkeskikk (utilbørlighet el. uanstendighet) ακοσµία, η [i akǥzmia] folkeskole m. (grunnskole) δηµοτικό (σχολείο), το [tǥ ðimǥtikǥ (sχǥliǥ)] folkesky adj. ντροπαλός [drǥpalǥs] # δειλός [ðilǥs] folkeskyhet f.m. (antropofobi) ανθρωποϕοβία, η [i anϑrǥpǥfǥvia] folkeslag n. (folk, nasjon) λαός, ο [Ǥ laǥs] / folkeslagene i Asia οι λαοί της Ασίας [i laï tis asias] folkesnakk n. (sladder) κουτσοµπολιό, το [tǥ kutsǥmbǥljǥ] # λόγια του κόσµου [lǥja tu kǥzmu] # (nedrakking, sverting, sladder, offentlig ydmykelse) διασυρµός, ο [Ǥ ðiasirmǥs] / han holdt ikke ut folkesnakket og tok livet sitt δεν άντεξε το διασυρµό κι αυτοκτόνησε [ðen andεksε tǥ ðiasirmǥ ki aftǥktǥnisε] / oppførselen hans førte til folkesnakk (han ble baksnakket pga. oppførselen sin) η συµπεριϕορά του σχολιάστηκε [i simbεrifǥra tu sχǥljastikε] folkestyre n. λαϊκή κυβέρνηση, η [i laïki kivεrnisi] # λαοκρατία, η [i laǥkratia] folkesuverenitet m. (folkets suverene makt) η κυριαρχική εξουσία του λαού [i kiriarçiki εksusia tu lau]

13 13 folketaler m. αυτοσχέδιος ρήτορας, ο [Ǥ aftǥsçεðiǥs ritǥras] folketelling f.m. απογραϕή του πληθησµού, η [i apǥDžrafi tu pliϑizmu] / foreta en folketelling κάνω απογραϕή [kanǥ apǥDžrafi] # απογράϕω [apǥDžrafǥ] folketellingsoppgave f.m. δελτίο απογραϕής, το [tǥ ðεltiǥ apǥDžrafis] folketing n. (nasjonalforsamling, parlament) εθνική αντιπροσωπία, η [i εϑniki andipǥrǥspia] foketom adj. (forlatt, øde, nedlagt) εγκαταλειµµένος [εŋgatalimεnǥs] / Atens folketomme gater i påsken οι έρηµοι δρόµοι της Αθήνας το Πάσχα [i εrimi ðrǥmi tis aϑinas tǥ pasχa] / en folketom by (en forlatt by) εγκαταλειµµένη πόλη [εŋgatalimεni pǥli] folketorg n. λαϊκή αγόρα, η [i laïki aDžǥra] folketro f.m. (folketradisjoner, folkemening) λαϊκές δοξασίες, οι [i laïkεz ðǥksasiεs] folkevalgt adj. λαοπρόβλητος [laǥprǥvlitǥs] folkevise f.m. (ballade) µπαλάντα, η [i balanda] # δηµοτικό τραγούδι, το [tǥ ðimǥtikǥ traDžuði] # (pl.) δηµοτικά τραγούδια, τα [ta ðimǥtika traDžuðia] folkevisedans m. (folkeviseleik, folkedans) λαϊκός χόρος, ο [Ǥ laikǥs ΧǤrǤs] # (pl.) λαϊκοί/δηµοτικοί/παραδωσιακοί χοροί, οι [i laiki/ðimǥtiki/paraðǥsiaki ΧǤri] folkevond adj. (om dyr: umedgjørlig, bisk) ζαβός [zavǥs] folklore m. (folkeminnevitenskap) λαογραϕία, η [i laǥDžrafia] # ϕολκλόρ, το [tǥ fǥlklǥr] # (folketradisjoner) λαικές παραδόσεις, οι [i laïkεs paraðǥsis] fokloreaften m. λαϊκή βραδιά, η [i laïki vraðja] # ϕολκλορική βραδιά, η [i fǥlklǥriki vraðja] folklorebutikk m. (husflidsforretning) κατάστηµα µε παραδοσιακά είδη, το [tǥ katastima mε paraðǥsiaka iði] folkloristisk adj. λαογραϕικός [laǥDžrafikǥs] follekniv m. κολοκοτρώνης, ο [Ǥ kǥlǥkǥtrǥnis] fomle v. (sløse bort tida, kaste bort tida) χαζεύω τον καιρό µου [ΧazevǤ tǥŋ gerǥ mu] # (fikle) ψηλαϕώ [psilafǥ] / han (stod og) fomlet med låsen i mørket ψηλάϕιζε την κλειδάρια στο σκοτάδι [psilafisε tiŋ gliðariǥ stǥ skǥtaði] / ikke fomlet med/klådd på/tuklet med/fingret med/plukket på αψηλάϕητος [apsilafitǥs] / slutt å fikle med den børsa! άσε τις ανοησίες µ' αυτό το όπλο! [asε tis anǥisiεz maftǥ tǥ ǤplǤ] fomling f.m. (beføling, fingring, klåing, grafsing) πασπάτεµα, το [tǥ paspatεma] fond n. (kapital) κεϕάλαιο, το [tǥ kεfalεǥ] # (lager, reserve) απόθεµα, το [tǥ apǥϑεma] # (felleskasse) κουµπαράς, ο [Ǥ kumbaras] fondsavsetning m. (avsetning på et reservefond) εγγραϕή στο αποθεµατικό [ εŋgrafi stǥ apǥϑεmatikǥ] fonem n. (lyd, språklyd) ϕθόγγος, ο [Ǥ fϑǥŋgǥs] fonetisk adj. ϕωνητικός [fǥnitikǥs] / fonetisk alfabet n. ϕωνητικό αλϕάβητο, το [fǥnitikǥ alfavitǥ] fontene f.m. σιντριβάνι, το [tǥ sindrivani] # (kilde) πηγή, η [i piji] # (drikkefontene, vannkran) βρύση, η [i vrisi] # (springvann, basseng med fontene) γούρνα κρήνης, η [i Džurna krinis] fôr n. (i klesplagg) ϕόδρα, η [i fǥðra] # (innerfôr) (εσωτερική) επένδυση, η [i (εsǥtεriki) εpεnðisi] # (dyrefôr) κτηνοτροϕή, η [i ktinǥtrǥfi] / tråkle fast fôret τρυπώνω

14 14 ϕόδρα [tripǥnǥ fǥðra] for prep. (til, med tanke på, med hensyn til) για [ja] # (overfor, motsatt) έναντι [εnandi] # (til tross for) σε πείσµα... [sε pizma] # παρ' όλο... [par ǤlǤ] # (framfor) ενώπιον [εnǥpiǥn] # (til fordel for) υπέρ [ipεr] / argumentene for og imot (fordelene og ulempene) τα υπέρ και τα κατά [ta ipεr kε ta kata] / en gang for alle µια για πάντα [ma ja panda] / for alderen για την ηλικία µου [ja tin ilikia mu] : hun er stor for alderen είναι ψηλή για την ηλικία της [inε psili ja tin ilikia tis] / for all del! παρακαλώ! [parakalǥ] # (istedenfor, i bytte med) αντί(ς) [andi(s)] / for all framtid (for bestandig, i all evighet) στους αιώνες των αιώνων [stus εǥnεs tǥn εǥnǥn] / for all hans rikdom παρ όλα τα πλούτη του [par Ǥla ta pluti tu] : jeg ville ikke være i hans sted for all hans rikdom δεν θα ήθελα να είµαι στη θέση του, παρ' όλα τα πλούτη του [ðεn ϑa iϑεla na imε sti ϑεsi tu par Ǥla ta pluti tu] / for alle penga (helt ut) ολότελα [ǤlǤtεla] # πέρα για πέρα [pεra ja pεra] / for alle tilfellers skyld (for sikkerhets skyld) για κάθε ενδεχόµενο [ja kaϑε εnðεχǥmεnǥ] / for alltid (en gang for alle) οριστικά και ελεσίδικα! [Ǥristika kε tεlεsiðika] # µια για πάντα! [mja ja panda] # (for godt) διαπαντός [ðiapandǥs] # ες αεί [εs ai] # για καλά [ja kala] : nå og for alltid νυν και αεί [nin kε ai] / for alt jeg vet απ' ό,τι µου είναι γνώστο [apǥ ti mu inε DžnǤstǤ] # απ' ό,τι ξέρω [apǥ ti ksεrǥ] / for alt jeg vet απ' ό,τι µου είναι γνώστο [apǥ ti mu inε DžnǤstǤ] # απ' ό,τι ξέρω [apǥ ti ksεrǥ] / for alvor για καλά [ja kala] : regnet satte inn for alvor (det begynte å regne for alvor) άρχισε να βρέχει για καλά [arçisε na vrεçi ja kala] / for bestandig (for all framtid, i all evighet) στους αιώνες των αιώνων [stus εǥnεs tǥn εǥnǥn] / for ca. femten dager/to uker siden πριν από καµιά δεκαπενταριά ηµέρες [prin apǥ kamja ðεkapεndaria imεrεs] / for ca. ti dager siden πριν από καµιά δεκαριά µέρες [prin apǥ kamja ðεkaria mεrεs] / for deg για σένα [ja sεna] : jeg skal ta oppvasken for deg θα πλύνω εγώ τα πιάτα για σένα [ϑa plinǥ εDžǥ ta pjata ja sεna] / for dem som ikke kan gresk (med tanke på dem som ikke kan gresk) για (χάρη) όσους δεν ξέρουν ελληνικά [ja (Χari) Ǥsuz ðεŋ ksεrun εlinika] / for den saks skyld (dessuten, i tillegg, bortsett fra det) άλλωστε [alǥstε] : jeg angrer heller ikke på det, for den saks skyld ούτε άλλωστε το µετανιώνω [utε alǥstε tǥ mεtanjǥnǥ] / for det første/andre πρώτον/δεύτερον [prǥtǥn/ðεftεrǥn] # κατά πρώτο/δεύτερο λόγο [kata prǥtǥ/ðεftεrǥ lǥDžǥ] / for det meste (i de fleste tilfeller) τις περισότερες ϕόρες [tis pεrisǥtεrεs fǥrεs] / for det sjette έκτον [εktǥn] / for egen del (for seg selv, på egne vegne) (µόνο) για λογαριασµό µου [(mǥnǥ) ja lǥDžariazmǥ mu] : jeg kan selvsagt bare snakke for meg selv ϕυσικά µιλάω µόνο για λογαριασµό µου [fisika milaǥ mǥnǥ ja lǥDžariazmǥ mu] / for egen regning για λογαριασµό µου και µόνο [ja lǥDžariazmǥ mu kε mǥnǥ] # εξ ιδίας µου πρωτοβουλίας [εks iðiaz mu prǥtǥvulias] # από µονός µου [apǥ mǥnǥz mu] / for eksempel αίϕνης [εfnis] # αιϕνίδια [εfniðia] # για παράδειγµα [ja paraðiDžma] # λόγου χάρη [lǥDžu Χari] # παραδείγµατος χάρη (π.χ.) [paraðiDžmatǥs Χari] # (som or eksempel) έξαϕνα [εksafna] : det er noen mennesker som ikke kan skrive - bestefaren min for eksempel µερικοί άνθρωποι δεν µπορούν να γράϕουν, ο παπούς

15 15 έξαϕνα [mεriki anϑrǥpi ðεn bǥrun na Džrafun Ǥ papus εksafna] / for eller imot υπέρ ή κατά [ipεr i kata] : er du for eller imot forslaget/idéen? είσαι υπέρ ή κατά της πρότασης / ιδέας ; [isε ipεr i kata tis prǥtasis / iðεas] / for en billig penge (for en slikk og ingenting) µε µικρή δαπάνη [mε mikri ðapani] # έναντι µικρής δαπάνης εnandi mikriz ðapanis] / for en dag (pr. dag) για µια µέρα [ja mja mεra] / for en dommer (bli framstilt f...) ενώπιον δικαστού [εnǥpiǥn ðikastu] / for ei natt/uke (pr. natt/uke) την ηµέρα/εβδοµάδα [tin imεra/εvðǥmaða] # για µια νύχτα/για µια βδοµάδα [ja mja niçta/ja mja vðǥmaða] / for én dag (bare) για µία µέρα [ja mia mεra] / for en gangs skyld για µια ϕορά [jia mja fǥra] / for en god stund siden από αρκετό ήδη χρόνο [apǥ arkεtǥ iði ΧrǤnǤ] / for en måned siden πριν από ένα µήνα [prin apǥ εna mina] / for en uke siden i dag πριν από µια εβδοµάδα από σήµερα [prin apǥ mja εvðǥmaða apǥ simεra] / for en uke siden i går σα χθες οχτώ [sa Χϑεs ǤΧtǤ] / for enhver pris µε κάθε θυσία [mε kaϑε ϑisia] # µε κάθε αντάλλαγµα [mε kaϑε andalaDžma] / for fem minutter siden έχει πέντε λεπτά που [εçi pεndε lεpta pu] : han dro for fem minutter siden έχει πέντε λεπτά που έϕυγε [εçi pεndε lεpta pu εfijε] / for fet hud (om hudkrem etc.) για λιπαρό δέρµα [ja liparǥ ðεrma] / (allerede) for flere år siden εδώ και χρόνια [εðǥ kε ΧrǤnia] / for fornøyelsens skyld για ευχαρίστηση [ja εfχaristisi] : jeg leser for fornøyelsens skyld διαβάζω για ευχαρίστηση [ðiavazǥ ja εfχaristisi] / for/med full pensjon µε τα τρία γεύµατα [mε ta tria jεvmata] / for godt (for alltid) οριστικά και τελεσίδικα! [Ǥristika kε tεlεsiðika] # για πάντα [ja panda] # παντοτινά [pandǥtina] # για καλά [ja kala] # διαπαντός [ðiapandǥs] # (en gang for alle) µια για πάντα! [mja ja panda] : bli/være kvitt noen for godt ξεϕορτώνοµαι κάποιον για πάντα [ksεfǥrtǥnǥmε kapiǥn ja panda] : de skiltes for godt χωρίσανε παντοτινά [ΧǤrisanε pandǥtina] / han forlot Hellas for godt εγκατέλειψε την Ελλάδα για πάντα [εŋgatεlipsε tin εlaða ja panda] : jeg reiser fra Hellas for godt ϕεύγω από την Ελλάδα διαπαντός /για πάντα [fεvDžǥ apǥ tin εlaða ðiapandǥs/ja panda] : vi har mistet han for godt τον χάσαµε παντοτινά [tǥŋ Χasamε pandǥtina] / for Guds skyld! για το Θεό [ja tǥ ϑεǥ] / for hver time (pr. time) την ώρα [tin Ǥra] / for hånden στο χέρι [stǥ çεri] / for i dag για σήµερα [ja simεra] / for i kveld για απόψε [ja apǥpsε] / for i morgen για αύριο [ja avriǥ] / for ikke så lenge siden προ ολίγου [prǥ ǤliDžu] # λιγό πριν [liDžǥ prin] # πρωτύτερα [prǥtitεra] / for ikkerøkere στους µη καπνιστές [stuz mi kapnistεs] / for lenge siden προ αµνηµονεύτων χρόνων [prǥ amnimǥnεftǥn ΧrǤnǤn] / for lenge, lenge siden εδώ και πολύ καιρό [εðǥ kε pǥli kεrǥ] # πολύ παλιά [pǥli palja] # εδώ και πολή ώρα [εðǥ kε pǥli Ǥra] # πολή ώρα νωρίτερα [pǥli Ǥra nǥritεra] # πολή ώρα πριν [pǥli Ǥra prin] # σε πολύ παλιά εποχή [sε pǥli palja εpǥçi] # σε πολύ παλιά χρόνια [sε pǥli palja ΧrǤnia] / for lengst από καιρό [apǥ kεrǥ] / det er forfalt for lengst (det skulle ha være betalt for lenge siden) έχει λήξει από καιρό [εçi liksi apǥ kεrǥ] / for litt siden πριν από λίγο (καιρό) [prin apǥ liDžǥ kεrǥ] # εδώ και λίγο καιρό [εðǥ kε liDžǥ kεrǥ] : bare for litt siden/bare for en liten stund siden µόλις πρό ολίγου [mǥlis prǥ ǤliDžu] / for lukkede dører (i retten: bak lukkede

16 16 dører) εν κρυπτώ και παραβύστω [εŋ griptǥ kε paravistǥ] # (uten publikum, for tomme tribuner, f.eks. en forballkamp hvor publikum er utestengt pga. tribunebråk) κεκλεισµένων των θυρών [kεklizmεnǥn tǥn ϑirǥn] / for min del (for mitt vedkommende, når det gjelder meg) από µέρους µου [apǥ mεruz mu] : for min del kan han gå og henge seg! δεν πάει να κρεµαστεί! [ðεn pai na krεmasti] / for noen dager siden (her om dagen) τις προάλλες [tis prǥalεs] # πριν από µερικές ηµέρες [prin apǥ mεrikεs imεrεs] / for mange/mye παραπάνω [parapanǥ] : det er en for mye/mange - vi får ikke plass i bilen (alle sammen) είναι ένας παραπάνω, δεν χωράµε όλοι στ' αυτοκίνητο [inε εnas parapanǥ ðεn ΧǤramε Ǥli staftǥkinitǥ] : jeg har fått en (drink) for mye ήπια ένα παραπάνω [ipja εna parapanǥ] / for mange herrens år siden από µακρού [apǥ makru] # εδώ και πολύ καιρό [εðǥ kε pǥli kεrǥ] # προ αµνηµονεύτων χρόνων [prǥ amnimǥnεftǥn ΧrǤnǤn] / for mye av det gode : en måned med snøvær blir for mye av det gode! ένα µήνα χιόνι το παράκανε (ο παλιόκαιρος)! [εna mina çǥni - tǥ parakanε (Ǥ paljǥkεrǥs)] / for noen (på noens vegne) για κάποιον [ja kapiǥn] (for noens regning, i noens navn) για λογαριασµό κάποιου [ja lǥDžariazmǥ kapiu] / for noen dager siden τις προάλλες [tis prǥalεs] # πριν µερικές (η)µέρες [prin mεrikεs imεrεs/prin mεrikεz mεrεs] / for normal hud για κανονικό δέρµα [ja kanǥnikǥ ðεrma] / for nybegynnere για αρχαρίους [ja arχarius] / for oppadgående (stigende, på vei opp) σε άνοδο [se anǥðǥ] # στα πάνω [sta panǥ] / for retten (jur.) ενώπιον του δικαστήριου [εnǥpiǥn tu ðikastiriu] / for rullestol-brukere (tilrettelagt for..) κατάλληλο για αναπηρικές καρέκλες [katalilǥ ja anapirikεs karεklεs] / for røkere στους καπνιστές [stus kapnistεs] / for... siden πριν (από...) [prin (apǥ...)] # εδώ και... [εðǥ kε] # απώ... [apǥ] : for en måned siden πριν από ένα µήνα [prin apǥ εna mina] : for kort tid siden (nylig) πρίν από λίγο (καιρό) [prin apǥ liDžǥ (kεrǥ)] # πρόσϕατα [prǥsfata] : for noen dager siden πριν λίγες/µερικές µέρες [prin lijεz/mεrikεz mεrεs] : dette hendte for ti år siden αυτό έγινε εδώ και δέκα χρόνια [aftǥ εjinε εðǥ kε ðεka ΧrǤnia] / for seg selv (på egen hånd, på egne vegne) για λογαριασµό µου [ja lǥDžariazmǥ mu] : jeg skal begynne (en virksomhet) for meg selv θα κάνω δουλειά για λογαριασµό µου [ϑa kanǥ ðulja ja lǥDžariazmǥ mu] / for sikkerhets skyld (for alle tilfellers skyld) για κάθε ενδεχόµενο [ja kaϑε εnðεχǥmεnǥ] : ta med paraply for sikkerhets skyld πάρε την οµπρέλα µαζί σου για κάθε ενδεχόµενο [parε tin Ǥmbrεla mazi su ja kaϑε εnðεχǥmεnǥ] / for sin egen del για τον εαυτό του/της [ja tǥn εaftǥ tu/tis] : han/ hun gjør det kun for sin egen del το κάνει µόνο για τον εαυτό του/της [tǥ kani mǥnǥ ja tǥn εaftǥ tu/tis] / for siste gang για τελευταία ϕορά [ja tεlεftεa fǥra] : se noen/ noe for første/siste gang βλέπω κάποιον/κάτι για πρώτη/τελευταία ϕορά [vlεpǥ kapiǥn/kati ja prǥti/tεlεftεa fǥra] / for så vidt (på sett og vis, på en måte) υπό µια έποψη [ipǥ mja εpǥpsi] / for tiden (for øyeblikket, nå) για την ώρα [ja tin Ǥra] # επί του παρόντος [εpi tu parǥndǥs] / for to dager siden πριν δύο ηµέρες [prin ðiǥ imεrεs] : jeg kjøpte den for (mer enn) to måneder siden τ' αγόρασα µπροστ' από δυο µήνες [taDžǥrasa brǥst apǥ ðjǥ minεs] / for to år siden πριν από δύο

17 17 χρόνια [prin apǥ ðiǥ ΧrǤnja] / for tre dager siden αντίπροχτες [andiprǥχtεs] # ανδιπροχθές [andiprǥχϑεs] / for tre år siden αντιπρόπερσι [andiprǥpεrsi] / for tørr hud (krem, etc.) για ξήρο δέρµα [ja ksirǥ ðεrma] / for viderekomne για προχωρηµένους [ja prǥχǥrimεnus] / for voksne για ενηλικές [ja εnilikεs] / for øvrig (forresten, også, dessuten) άλλωστε [alǥstε] # εξ άλλου [εks alu] # πέραν [pεran] # επί πλέον [εpi plεǥn] # επιπλέον [εpiplεǥn] # επί τη ευκαιρία [εpi ti εfkεria] # κατά τα άλλα [kata ta ala] / for øyeblikket για την ώρα [ja tin Ǥra] # επί του παρόντος [εpi tu parǥndǥs] # προς το παρόν [prǥs tǥ parǥn] : det er nok/det holder for øyeblikket αυτά προς το παρόν [afta prǥs tǥ parǥn] / tre stemmer for, en imot og to stemmer var blanke τρεις ψήϕοι υπέρ, µία κατά και δύο αποχές [tris psifi ipεr mia kata kε ðiǥ apǥçεs] / vi er alle like for loven είµαστε όλοι ίσοι έναντι του νόµου [imastε Ǥli isi εnandi tu nǥmu] for adv. πολύ [pǥli] / for dyr (for kostbar) πολύ ακρυβός [pǥli akrivǥs] / for dyrt (n.) (for kostbart) πολύ ακριβό [pǥli akrivǥ] / for gammel υπερήλικας [ipεrilikas] / for hard πολύ σκληρός [pǥli sklirǥs] / for høy (for høyt opp(e)) : den er for høyt oppe til at noen kan nå den είναι πάρα πολύ ψηλά για να το ϕτάσει κανείς [inε para pǥli psila ja na tǥ ftasi kanis] / for kald(t) πολύ κρύο [pǥli kriǥ] / (alt)for kort/lang/ trang/vid πολύ καντό/µακρύ/στενό/ϕαρδύ [pǥli kandǥ/makri/ stεnǥ/farði] / for korte πολύ κοντά [pǥli kǥnda] / for lenge (pref.) παρα [para] : sove for lenge (forsove seg) παρακοιµάµαι [parakimamε] # παρακοιµούµαι [parakimumε] / for lett πολύ ελαϕρός ιά ό [pǥli εlafrǥs ia Ǥ] / for lite λιγότγερο [liDžǥtεrǥ] : jeg har fått tilbake ti drakmer for lite µου δώσατε δέκα δραχµές λιγότερο [mu ðǥsatε ðεka ðraχmεz liDžǥtεrǥ] / for liten πολύ µικρός [pǥli mikrǥs] / for mange πάρα πολλοί [para pǥli] : det er for mange elever i denne klassen υπάρχουν πάρα πολλοί µαθητές σ' αυτή την τάξη [iparχun para pǥli maϑitεs safti tin daksi] / for moderne πολύ µοντέρνος [pǥli mǥdεrnǥs] / for moro skyld/gratis (ikke for penger) για διασκέδαση (όχι για χρήµατα) [ja ðiaskεðasi (Ǥçi ja Χrimata)] / for mye (uten måtehold, overdrevent) χωρίς µέτρο [ΧǤriz mεtrǥ] (for lenge, over) pref. παρα- [para] : drikke/spise for mye πίνω/τρώω χωρίς µέτρο [pinǥ/trǥǥ ΧǤriz mεtrǥ] # παραπίνω/ παρατρώω [parapinǥ/paratrǥǥ] : ha fått for mye av (være lei av) µπαϕιάζω (να/από) [bafjazǥ (na/apǥ)] : jeg har røykt for mange sigaretter i dag µπάϕιασα από το τσιγάρο σήµερα [bafjasa apǥ tǥ tsiDžarǥ simεra] / for mye stekt/grillet πολύ ψηµένος [pǥli psimεnǥs] # παραψηµένος [parapsimεnǥs] : koteletten min var for mye stekt η µπριζόλα µου ήταν παραψηµένη [i brizǥla mu itan parapsimεni] / for mørk (om farge: dyp; dyster, trist) πολύ σκούρος α ο [pǥli skurǥs] / for seint πολύ αργά [pǥli arDža] # παράκαιρα [parakεra] : for seint (på kvelden) πάρωρα [parǥra] : mye for seint πάρα πολύ αργά [para pǥli arDža] / for stor πολύ µεγάλος [pǥli mεDžalǥs] / for svak πολύ ελαϕρός ιά ό [pǥli εlafrǥs ia Ǥ] / for tidlig (før tiden) πριν από την ώρα µου [prin apǥ tin Ǥra mu] # προώρως [prǥǥrǥs] # προώρα [pǥǥra] / for varm til å drikke πάρα πολύ καυστό για να πιω [para pǥli

18 18 kafstǥ ja na pjǥ] / for varmt πολύ ζεστό [pǥli zεstǥ] / for øvrig (ellers, forresten) παρεµπιπτόντως* [parεmbiptǥndǥs] for konj. επειδή [εpiði] # (for, fordi) διότι [ðjǥti] # (av den grunn at) καθόσο(ν) [kaϑǥsǥ(n)] # και [kε] : jeg kommer ikke til å gå, for jeg er syk δε θα πάω, καθόσον είµαι άρρωστος [ðε ϑa paǥ kaϑǥsǥn imε arǥstǥs] / for at (slik at, for å) για να [ja na] # (i den hensikt å, med det for øye å...) µε τη βλέψη να [mε ti vlεpsi na] : han åpnet døra for at hunden skulle komme inn άνοιξε την πόρτα να µπει µέσα το σκυλί [aniksε tim pǥrta na bi mεsa tǥ skili] / for ikke å...(for at ikke...) για να µη [ja na mi] / for å na [na] : jeg gikk/dro for å besøke henne πήγα να την ίδω [piDža na tin iðǥ] / jeg gikk ikke, for jeg visste (vet) at han ikke ville (at jeg skulle gjøre) det δεν πήγα, διότι ξέρω ότι δε µε ήθελε [ðεn piDža ðjǥti ksεrǥ Ǥti ðε mε iϑεlε] / jeg inviterte henne ikke, for jeg visste hun ikke ville komme δεν την προσκάλεσα, επειδή ήξερα ότι δεν θα 'ρθει [ðεn din prǥskalεsa εpiði iksεra Ǥti ðεn ϑarϑi] / jeg vil betale nå for å være sikker på/for at du skal være sikker på at... θα πληρώσω τώρα για να είµαι/είσαι βέβαιος ότι... [ϑa plirǥsǥ tǥra jia na imε/isε vεvεǥs Ǥti] / slutt å gråte, for jeg skal ikke si det til far µην κλαις και δεν θα το πω του πατέρα [miŋ klεs kε ðεn ϑa tǥ pǥ tu patεra] for interj. τι [ti] / for en herlig dag! τι υπέροχη ηµέρα! [ti ipεrǥçi imεra] / for en skandale! τι σκάνδαλο! [ti skanðalǥ] / for et herlig/fryktelig vær! τι ωραίος / απαίσιος καιρός! [ti ǤrεǤs/apεsiǤs kεrǥs] / for et elendig vær! (for et møkkavær!) τι διαβολεµένος καιρός [ti ðiavǥlεmεnǥs kεrǥs] / for noe møkk! (vulgert) τι σκάτα! [ti skata] / for noe tull! σαχλαµάρες! [saχlamarεs] forakt m. (hån) περιϕρόνηση, η [i pεrifrǥnisi] # καταϕρόνηση, η [i katafrǥnisi] # καταϕρόνεση, η [i katafrǥnεsi] # καταϕρόνια, η [i katafrǥnja] # οίκτος, ο [Ǥ iktǥs] / en likegyldig forakt for regler ελαϕρόκαρδη περιϕρόνηση των κανόνων [εlafrǥkarði pεrifrǥnisi tǥŋ kanǥnǥn] / med den største forakt µε άκρα/έσχατη περιϕρόνηση [mε akra/εsχati pεrifrǥnisi] / med edel forakt µε ευγενή περιϕρόνηση [mε εvjεni pεrifrǥnisi] / vise forakt for noen δείχνω περιϕρόνηση για κάποιον [ðiχnǥ pεrifrǥnisi ja kapiǥn] forakte v. (hate, avsky, mislike sterkt) αντιπαθώ [andipaϑǥ] # (holde seg for god til) απαξιώνω [apaksiǥnǥ] # (se ned på) καταϕρονώ [katafrǥnǥ] # περιϕρονώ [pεrifrǥnǥ] # (ringeakte, se ned på) αψηϕώ [apsifǥ] # (hate, avsky) αντιπαθώ [andipaϑǥ] # αποτροπιάζοµαι [apǥtrǥpjazǥmε] foraktelig adj. (uverdig, ussel, ynkelig) αξιοκαταϕρόνητος [aksiǥkatafrǥnitǥs] # αξιοπεριϕρόνητος [aksiǥpεrifrǥnitǥs] # κατάπτυστος [kataptistǥs] # καταϕρονητικός [katafrǥnitikǥs] # µηδαµινός [miðaminǥs] # περιϕρονητικός [pεrifrǥnitikǥs] # (medtatt, loslitt, lurvet, ynkelig, tarvelig) άθλιος [aϑliǥs] # (motbydelig, vemmelig, ubehagelig) αντιπαθητικός [andipaϑitikǥs] / hun sendte han et foraktelig blikk (hun knuste/ydmyket han med et foraktelig blikk) τον εξουθένωσε µε µια περιϕρονητική µατιά [tǥn εksuϑεnǥsε mε mja pεrifrǥnitiki matja] foraktelig adv. (med forakt, full av forakt) περιϕρονητικά [pεrifrǥnitika] / hun vraket ham foraktelig τον απόκρουσε περιϕρονητικά [tǥn apǥkrusε pεrifrǥnitika]

19 19 foran adv.prep. εµπρός (από/σε) [εmbrǥs (apǥ/sε)] # µπροστά (από/σε) [brǥsta (apǥ/sε)] # µπρος [brǥs] # εµπροστά [εmbrǥsta] # (framfor, rett overfor, i nærvær av) ενώπιον [εnǥpiǥn] # (på terskelen til) στο κατώϕλι του [stǥ katǥfli tu] : stå foran store begivenheter είµαι στο κατώϕλι µεγάλων γεγονότων [imε stǥ katǥfli mεDžalǥn jεDžǥnǥtǥn] / foran eller bak? µπροστά ή πίσω; [brǥsta i pisǥ] / foran huset (framfor huset) εµπρός το σπίτι [εmbrǥs tǥ spiti] / gå foran (gå i front, gå framover) gå/være foran i tid προηγούµαι χρονικά [prǥïDžumε ΧrǤnika] / han skled og falt midt foran (øynene på) hele klassen γλίστρησε κι έπεσε εµπρός σ' όλη την τάξη [Džlistrisε ki εpεsε εmbrǥs sǥli tin daksi] / han stod foran meg στεκόταν εµπρός µου [stεkǥtan εmbrǥz mu] / helt foran (i forgrunnen, i spissen) κατάµπροστα [katabrǥsta] / rett foran øynene på meg εµπρός στα µάτια µου [εmbrǥs sta matia mu] / stilt foran (med tanke på, i betraktning av) µπροστά σε [brǥsta sε] : stilt foran slike vanskeligheter µπροστά σε τέτοιες δυσκολίες [brǥsta sε tεtiεz ðiskǥliεs] foranderlig adj. (skiftende, omskiftelig, ustabil) άστατος [astatǥs] # αστατής [astatis] # αψίκορος [apsikǥrǥs] # ευµετάβλητος [εvmεtavlitǥs] # ευµετάβολος [εvmεtavǥlǥs] # µεταβλητός [mεtavlitǥs] # (lettbedervelig, som lett blir dårlig) αλλοιώσιµος [aljǥsimǥs] foranderlighet f.m. (omskiftelighet, ustadighet) µεταβλητότητα, η [i mεtavlitǥtita] forandre v. (endre) αλλάζω [alazǥ] # (foreta en forandring) επιϕέρω µεταβολή [εpifεrǥ mεtavǥli] # µεταβάλλω [mεtavalǥ] # µετατρέπω [mεtatrεpǥ] # (om klær: sy om, rette) τροποποιώ [trǥpǥpjǥ] # (forfalske) παραποιώ [parapjǥ] # (pervertere, forderve, forvrenge) διαστρέϕω [ðiastrεfǥ] # (om tekst: endre, korrumpere) αλλοιώνω [aljǥnǥ] # (fornye, forbedre) αναµορϕώνω [anamǥrfǥnǥ] # (lage/gjøre på nytt) ξαναϕτιάχνω [ksanaftjaχnǥ] / det forandrer (i så fall) saken! (det kaster nytt lys over saken!) τότε το θέµα διαϕέρει! [tǥtε tǥ tεma ðiafεri] / du ble så forandret med den hatten αυτό το καπέλο σε αλλάζει [aftǥ tǥ kapelǥ sε alazi] / forandre mening (skifte mening) αλλάζω γνώµη [alazǥ DžnǤmi] / (slå retrett, gå tilbake (på), forandre mening) ανακρούω πρύµναν* [anakruǥ primnan] # (gå bort fra/endre sine synspunkter) µετακινώ από τις απόψεις µου [mεtakinǥ tis apǥpsiz mu] : du får ikke han til å forandre mening (han er ikke til å rikke!) δεν µπορείς να τον µετακινήσεις από τις απόψεις του [ðεn bǥriz na tǥn mεtakinisis apǥ tis apǥpsis tu] / forandre noe radikalt αναµορϕώνω κάτι ριζικά [anamǥrfǥnǥ kati rizika] / det forandrer saken αυτό αλλάζει την υπόθεση [aftǥ alazi tin ipǥϑεsi] # (det kaster et helt nytt lys over situasjonen) αυτό αλλάζει εντελώς τα πράγµατα [aftǥ alazi εndεlǥs ta praDžmata] # (hvis det er slik /hvis det forholder seg slik, så blir det noe annet) αν ειν' έτσι, το πράγµα αλλάζει [an in εtsi tǥ praDžma alazi] / forandre seg (endre seg) αλλάζω [alazǥ] # µεταβάλλοµαι [mεtavalǥmε] # (være i stadig forandring, utvikle seg) εξελίσσοµαι [εksεlisǥmε] : forandre seg til det bedre αλλάζω προς το καλύτερο [alazǥ prǥs tǥ kalitεrǥ] # βελτιώνοµαι [veltiǥnǥmε] : livet forandrer seg stadig/er i stadig forandring όλα εξελίσσονται στη ζωή [Ǥla εksεlisǥndε sti zǥï] / han forandrer (forvrenger) fakta διαστρέϕει τα γεγονότα [ðiastrεfi ta jεDžǥnǥta] / han hadde forandret seg så mye at jeg ikke kjente han igjen έχει αλλάξει τόσο πολύ

20 20 ώστε δεν τον αναγνώρισα [εçi alaksǥ tǥsǥ pǥli Ǥstε ðεn dǥn anaDžnǥrisa] / han har ikke forandret seg i det hele tatt (han er helt uforandret) είναι ολότελα ανάλλαγος [inε ǤlǤtεla analaDžǥs] / jeg kan ikke forandre mine planer nå δεν µπορώ να αλλάξω τα σχέδιά µου τώρα [ðεm bǥrǥ na alaksǥ ta sçεðja mu tǥra] / kjernekrafta kommer til å forandre livene våre fullstendig η πυρηνική ενέργεια θα µεταβάλλει εντελώς τη ζωή µας [i piriniki εnεrjia ϑa mεtavali εndεlǥs ti zǥï mas] / suksessen har forandret han totalt (suksessen har gått han til hodet) η επιτυχία του τον έχει µεταµορϕώσει εντελώς [i εpitiçia tu tǥn εçi mεtamǥrfǥsi εndεlǥs] forandret adj. (forskjellig, ulik) διαϕορετικός [ðiafǥrεtikǥs] / så forandret han er blitt/som han har forandret seg siden den gang! πόσο διαϕορετικός είναι τώρα απ' ό,τι ήταν τότε! [pǥsǥ ðiafǥrεtikǥs inε tǥra ap Ǥti itan tǥtε] forandring f.m. (endring) αλλαγή, η [i alaji] # µετατροπή, η [i mεtatrǥpi] # µεταβολή, η [i mεtavǥli] # (bevegelse) κίνηση, η [i kinisi] # (forfalsking, forvrengning) αλλοίωση, η [i aliǥsi] # (omkalfatring, endring, omskifte) διαϕοροποίηση, η [i ðiafǥrǥpiisi] # (om klær: retting, omsying) µεταποίηση, η [i mεtapiisi] # (fornyelse, innovasjon) νεωτερισµός, ο [Ǥ nεǥtεrizmǥs] / de gamle misliker forandringer/ innovasjon οι µεγάλοι αντιπαθούν τους νεωτερισµούς [i mεDžali andipaϑun tuz nεǥtεrizmus] / det var (jeg fant) store forandringer i landsbyen βρήκε µεγάλες αλλαγές στο χώριο [vrikε mεDžalεs alajεs stǥ ΧǤriǤ] / du trenger en forandring χρειάζεσαι αλλαγή [Χriazεsε alaji] / en forandring i livet αλλαγή ζωής [alaji zǥïz] / en forandring til det bedre/verre (µια) αλλαγή/µεταβολή προς το καλύτερο/ χειρότερο [(mia) alaji/mεtavǥli prǥs tǥ kalitεrǥ/çirǥtεrǥ] : det har vært en forandring til det bedre σηµειώθηκε αλλαγή προς το καλύτερο [simiǥϑikε alaji prǥs tǥ kalitεrǥ] / en etterlengtet forandring i været µια ευπρόσδεκτη µεταβολή στον καιρό [mja εfprǥzðεkti mεtavǥli stǥŋ kεrǥ] / en merkbar forandring µια αισθητή αλλαγή [mja εsϑiti alaji] / forandring i/av en plan διαϕοροποίηση σε σχέδιο, η [i ðiafǥrǥpiisi sε sçεðiǥ] / gjennomgripende foandringer ευρύτατες αλλαγές [εvritatεs alajεs] / gjennomgå en total forandring παθαίνω τέλεια µεταµόρϕωση [paϑεnǥ tεlia mεtamǥrfǥsi] / gjøre en forandring (endre på noe) κάνω µια αλλαγή [kanǥ mja alaji] : gjøre forandringer (få til forandringer) επιϕέρω αλλαγές [εpifεrǥ alajεs] : gjøre/få til radikale forandringer επιϕέρω ριζικές αλλαγές [εpifεrǥ rizikεs alajεs] / jeg liker ikke forandringer δεν µ' αρέσουν οι αλλαγές [ðen marεsun i alajεs] / liten (ubetydelig) forandring ελαϕρά µετατροπή [εlafra mεtatrǥpi] / skape forandringer επιϕέρω αλλοιώσεις [εpifεrǥ aliǥsis] forankring f. (ankerfeste, overf. havn) αγκυροβόλιο, το [tǥ aŋgirǥvǥliǥ] / trygg forankring ασϕαλές αγκυροβόλιο [asfalεs aŋgirǥvǥliǥ] forankringslekter m. (naut.)(liten båt/lekter som har som oppgave å hive ankeret) ϕορτηγίδα ανέλκυσης αγκυρών, η [i fǥrtijiða anεlkisis aŋgirǥn] foranledige v. (volde, få i stand, sette i scene) µηχανεύοµαι [miχanεvǥmε] foranledning m. (påskudd) αϕορµή, η [i afǥrmi] / være foranledningen til en krig (utløse en krig) γίνοµαι αϕορµή πολέµου [jinǥmε afǥrmi pǥlεmu] forarge v. πικάρω [pikarǥ] # (tirre, få fart på) τσιγκλώ [tsiŋglǥ] # κεντρίζω [kεndrizǥ] #

gjødsel f.m. λίπασµα, το [tǥ lipazma] / forbedre jorda med gjødsel εµπλουτίζω το

gjødsel f.m. λίπασµα, το [tǥ lipazma] / forbedre jorda med gjødsel εµπλουτίζω το 1 gjø v. (bjeffe) γαυγίζω [DžavjizǤ] # γαβγίζω [DžavjizǤ] # υλακτώ [ilaktǥ] # αλυχτώ [aliχtǥ] / hunden angrep uten å gjø το σκυλί επιτέθηκε χωρίς να γαυγίσει [tǥ skili εpitεϑikε ΧǤriz na Džavjisi] / hunden

Detaljer

all evighet (for bestandig, for all framtid) στους αιώνες των αιώνων [stus εǥnεs tǥn

all evighet (for bestandig, for all framtid) στους αιώνες των αιώνων [stus εǥnεs tǥn 1 I i prep. (inn, inni) µέσα [mεsa] # (på, til, ved, om) σε [sε] : (σε + best. art.:) στον, στην, στο, στους, στις, στα [stǥn - stin- stǥ - stus stis- sta] # εις [is] # (i, med) µε [me] / i Adams drakt

Detaljer

vugge vulgarisere vulgarisering vulgaritet jeg synes vulgaritet er motbydelig vulgær

vugge vulgarisere vulgarisering vulgaritet jeg synes vulgaritet er motbydelig vulgær 1 vugge f.m. (vogge sd.) vulgarisere v. (forderve, trivialisere, forflate, banalisere) εκχυδαΐζω [εkçiðaïzǥ] # (gjøre dyrisk, fordumme) αποκτηνώνω [apǥktinǥnǥ] # (barbarisere, brutalisere) εκβαρβαρίζω

Detaljer

έχω την τελευταία λέξη [lεǥ/εχǥ tin tεlεftεa lεksi] / gi noen sitt ord δίνω κάποιον

έχω την τελευταία λέξη [lεǥ/εχǥ tin tεlεftεa lεksi] / gi noen sitt ord δίνω κάποιον 1 orakel n. (allvitende person, orakelsted) µαντείο, το [tǥ mandiǥ] # (spåmann, sannsiger) µαντευτής, ο [Ǥ mandεftis] # f. (spåkvinne) µαντεύτρα, η [i mandεftra] orakelkvinne f.m. (spåkvinne) µάντισσα,

Detaljer

før η προηγουµένη ηµέρα [i prǥïDžumεni imεra] # την προηγουµένη ηµέρα [tim

før η προηγουµένη ηµέρα [i prǥïDžumεni imεra] # την προηγουµένη ηµέρα [tim 1 D da konj. (ettersom) αϕού [afu] # (så snart som) άµα [ama] # (hvoretter, og så) οπότε [ǤpǤtε] # οπόταν [ǤpǤtan] da adv. (i så fall) τότε [tǥtε] # (vel, nå, så, følgelig) λοιπόν [lipǥn] # (om tid: som,

Detaljer

trεlaϑi kanis] / du er helt gal είσαι εντελώς τρελλός [isε εndεlǥs trεlǥs] / en gal

trεlaϑi kanis] / du er helt gal είσαι εντελώς τρελλός [isε εndεlǥs trεlǥs] / en gal 1 G gabardin m. (stoff og plagg: trench-coat) γκαµπαρντίνα, η [i gabardina] # καµπαρντίνα, η [i kabardina] gaffel m. πηρούνι, το [tǥ piruni] # (pl.) πηρούνια, τα [ta pirunja] # (greip, høygaffel) διχάλα,

Detaljer

µέτωπο [ki ali stratjǥtεs stalϑikan viastika stǥ mεtǥpǥ] / han sendt han et kaldt/

µέτωπο [ki ali stratjǥtεs stalϑikan viastika stǥ mεtǥpǥ] / han sendt han et kaldt/ 1 sen adj. (se: sein) αργός [arDžǥs] # (sent ankommet, sent ute) όψιµος [ǤpsimǤs] / sen høst (forsinket/dårlig avling) όψιµη σοδειά, η [i Ǥpsimi sǥðja] / så sent som i går var han frisk ακόµη χτες ήταν

Detaljer

o oase obduksjon foreta obduksjon obelisk obertsløytnant objekt direkte/indirekte objekt objektiv objektiv

o oase obduksjon foreta obduksjon obelisk obertsløytnant objekt direkte/indirekte objekt objektiv objektiv 1 O o (15. bokstav i det greska alfabetet) όµικρον, το [tǥ ǤmikrǤn] oase m. όαση, η [i Ǥasi] obduksjon m. (med.)(likåpning) νεκροψία, η [i nεkrǥpsia] # νεκροσκοπία, η [i nεkrǥskǥpia] # (inspeksjon på stedet,

Detaljer

ǤlǤfanεri] / forskjellen på dem η διαϕορά µεταξύ τους [i ðiafǥra mεtaksi tus] /

ǤlǤfanεri] / forskjellen på dem η διαϕορά µεταξύ τους [i ðiafǥra mεtaksi tus] / 1 forskale v. (sette opp forskaling, støype) καλουπώνω [kalupǥnǥ] forskaling f.m. (bygn.fag)(støpeform) καλούπωµα, το [tǥ kalupǥma] / ta ned/fjerne forskalinga ξεκαλουπώνω [ksεkalupǥnǥ] forskanse seg v.

Detaljer

έδω µέσα [inε anaεrǥs/apǥpniktika εðǥ mεsa] # (det er trykkende/varmt her inne)

έδω µέσα [inε anaεrǥs/apǥpniktika εðǥ mεsa] # (det er trykkende/varmt her inne) 1 lubben adj. (om kvinne: rund og god, om ansikt: med bollekinn/smilehull) αϕράτος [afratǥs] # (om unge, baby) γερός [jεrǥs] # παχουλός [paχulǥs] # (kraftig, muskuløs, i godt hold) εύσωµος [εfsǥmǥs] /

Detaljer

[ðεǥmε] # εξορκίζω [εksǥrkizǥ] # ζητώ επίµονα [zitǥ εpimǥna] : be noen

[ðεǥmε] # εξορκίζω [εksǥrkizǥ] # ζητώ επίµονα [zitǥ εpimǥna] : be noen 1 be v. (invitere) καλώ [kalǥ] # (bønnfalle, trygle) παρακαλώ [parakalǥ] # προσκαλώ [prǥskalǥ] # (ønske, si en bønn) εύχοµαι [εfχǥmε] # (be en bønn/aftenbønn, forrette bønn) προσεύχοµαι [prǥsεfχǥmε] #

Detaljer

besik m. (et kortspill) µπεζίκι, το [tǥ bεziki] # βιζίκι, το [tǥ biziki]

besik m. (et kortspill) µπεζίκι, το [tǥ bεziki] # βιζίκι, το [tǥ biziki] 1 besatt adj. (besatt el. styrt av onde ånder) δαιµονόληπτος [ðεmǥnǥliptǥs] # (gal) τρελός [trεlǥs] # (forgapt, gal, vill, sinnssyk) µανιακός [maniakǥs] # (mil. under beleiring, okkupert) κατεχόµενος [katεχǥmεnǥs]

Detaljer

Χalkεfsi] # (framstilling, produksjon) µεταποίηση, η [i mεtapiisi] # παραγωγή, η [i

Χalkεfsi] # (framstilling, produksjon) µεταποίηση, η [i mεtapiisi] # παραγωγή, η [i 1 F f. (forkortelse for femininum, feminin) θηλ. (θηλυκός) [ϑilikǥs] fabel m. (myte, legende) µύθος, ο [Ǥ miϑǥs] # µυθολόγηµα, το [tǥ miϑǥlǥjima] / allegorisk eller moralsk fabel απόλογος, ο [Ǥ apǥlǥDžǥs]

Detaljer

pianist en av vår tids toppianister en talentfull pianist piano et vanlig piano (i mots. til flygel)

pianist en av vår tids toppianister en talentfull pianist piano et vanlig piano (i mots. til flygel) 1 pianist m. πιανίστας, ο/η [Ǥ/i pianistas] / en av vår tids toppianister ένας από τους κορυϕαίους πιανίστες του καιρού µας [εnas apǥ tus kǥrifεus pianistεs tu kεru mas] / en talentfull pianist ιδιοϕυής

Detaljer

µέχρι τέλους [ðiavazǥ εna vivliǥ aparçiz mεχri tεlus] / fra begynnelsen (helt fra

µέχρι τέλους [ðiavazǥ εna vivliǥ aparçiz mεχri tεlus] / fra begynnelsen (helt fra 1 fra prep. από [apǥ] # (hvorfra) απ' όπου [ap Ǥpu] / fra alle kanter από παντού [apǥ pandu] : folk kom løpende fra alle kanter άνθρωποι ήρθαν τρέχοντας από παντού [anϑrǥpi irϑan drεχǥndas apǥ pandu] /

Detaljer

bjeffe bjeffe ut bjeffe ut en ordre sersjanten bjeffet ut en ordre hunden angrep uten å bjeffe

bjeffe bjeffe ut bjeffe ut en ordre sersjanten bjeffet ut en ordre hunden angrep uten å bjeffe 1 bjeffe v. (gjø, halse) γαυγίζω [DžavjizǤ] # υλακτώ [ilaktǥ] # αλυχτώ [aliχtǥ] # ουρλιάζω [urljazǥ] / bjeffe ut (bjeffe fram) λέω απότοµα/κοϕτά [lεǥ apǥtǥma/kǥfta] : bjeffe ut en ordre λέω κοϕτά µια διαταγή

Detaljer

sti følg stien så dere ikke går dere bort stibium stift stifte

sti følg stien så dere ikke går dere bort stibium stift stifte 1 sti m. (gangsti, spasersti) µονοπάτι, το [tǥ mǥnǥpati] # µονοπάτι περιπάτου, το [tǥ mǥnǥpati pεripatu] # (gangsti, smal vei, spor, tråkk) ατραπός, ο [Ǥ atrapǥs] # δροµάκι, το [tǥ ðrǥmaki] # δροµίσκος,

Detaljer

έξω από το παράθυρο! [mi jεrnis εksǥ apǥ tǥ paraϑirǥ] / len deg på armen min (len

έξω από το παράθυρο! [mi jεrnis εksǥ apǥ tǥ paraϑirǥ] / len deg på armen min (len 1 len n. (hist.: område med føydale rettigheter, maktområde) δεσποτάτο, το [tǥ ðεspǥtatǥ] lend m. (hoftdeparti, side, flanke) λαγόνα, η [i laDžǥna] lende n. (terreng) έδαϕος, το [tǥ εðafǥs] / åpent lende

Detaljer

spidd terninger av oksekjøtt/svinekjøtt stekt på spidd spidde spidding spiker

spidd terninger av oksekjøtt/svinekjøtt stekt på spidd spidde spidding spiker 1 spidd n. (stekespidd, grillspyd) σούβλα, η [i suvla] # οβελός, ο [Ǥ ǤvεlǤs] # (lite steikespyd, obelisk) οβελίσκος, ο [Ǥ ǤvεliskǤs] / terninger av oksekjøtt/svinekjøtt stekt på spidd σουβλάκι µοσχαρίσιο/χοιρινό,

Detaljer

skodde f.m. (tåke) οµίχλη, η [i ǤmiΧli] # πούσι, το [tǥ pusi] skofabrikant m. (skoprodusent) υποδηµατοβιοµήχανος, ο [Ǥ ipǥðimatǥviǥmiχanǥs]

skodde f.m. (tåke) οµίχλη, η [i ǤmiΧli] # πούσι, το [tǥ pusi] skofabrikant m. (skoprodusent) υποδηµατοβιοµήχανος, ο [Ǥ ipǥðimatǥviǥmiχanǥs] 1 sklerose m. (med.) σκλήρωση, η [i sklirǥsi] skli v. (gli) γλιστρώ [DžlistrǤ] # (om jordras etc.: skli nedover, rase ut) κατολισθαίνω [katǥlisϑεnǥ] # γλιστρώ (προς τα) κάτο [DžlistrǤ prǥs ta katǥ] / han

Detaljer

αυτός πήρε τη δόξα [εmis kanamε Ǥli ti ðulja ki aftǥs pirε ti ðǥksa] / til ære for προς

αυτός πήρε τη δόξα [εmis kanamε Ǥli ti ðulja ki aftǥs pirε ti ðǥksa] / til ære for προς 1 Æ ægide m. (Jupiters skjold, som var laget av geiteskinn, jf. gr. αιξ = geit) αιγίς, ο [Ǥ εjis] # αιγίδα, η [i εjiða] / under ens ægide (dvs. førerskap, beskyttelse) υπό την αιγίδα του... [ipǥ tin εjiða

Detaljer

p pacemaker padde padder padde- padle padleåre paff frekkheten hennes gjorde meg helt paff jeg ble helt paff

p pacemaker padde padder padde- padle padleåre paff frekkheten hennes gjorde meg helt paff jeg ble helt paff 1 P p (16. bokstav i det greske alfabet) π, Π [pi)] / 'π = 80, π = 80,000 pacemaker m. (med.)(hjertestimulator) βηµατοδότης, ο [Ǥ vimatǥðǥtis] padde f.m. ϕρύνος, ο [Ǥ frinǥs] # µπράσκα, η [i braska] #

Detaljer

oppasser m. (mil.hist.) (hestepasser) ιπποκόµος, ο [Ǥ ipǥkǥmǥs] # (dagl.) ορντινάντσα, η [i

oppasser m. (mil.hist.) (hestepasser) ιπποκόµος, ο [Ǥ ipǥkǥmǥs] # (dagl.) ορντινάντσα, η [i 1 opp adv. (opp i luften, høyt opp) ψηλά [psila] # στα ψηλά [sta psila] # (dagl.) τ' αψήλου [tapsilu] # προς τα πάνω [prǥs ta panǥ] / det er opp- og avgjort (det er over, det er ute av verden) έγινε κι

Detaljer

slabbedask sladd sladde sladder det er bare tomme rykter/slarv fare med sladder fare med sladder om noen

slabbedask sladd sladde sladder det er bare tomme rykter/slarv fare med sladder fare med sladder om noen 1 slabbedask m. (lurendreier, bedrager, juksemaker, falskspiller) απατεώνας, ο [Ǥ apatεǥnas] # (døgenikt, dagdriver, lathans, dovenpels) ακαµάτης, ο [Ǥ akamatis] # ανεπρόκοπος, ο [Ǥ anεprǥkǥpǥs] # ανυπρόκοπος,

Detaljer

rabulist m. (demagog, agitator) δηµαγωγός, ο/η [Ǥ/i ðimaDžǥDžǥs] # δηµοκόπος, ο [Ǥ ðimǥkǥpǥs] # (oppvigler) λαοπλάνος, ο [Ǥ laǥplanǥs]

rabulist m. (demagog, agitator) δηµαγωγός, ο/η [Ǥ/i ðimaDžǥDžǥs] # δηµοκόπος, ο [Ǥ ðimǥkǥpǥs] # (oppvigler) λαοπλάνος, ο [Ǥ laǥplanǥs] 1 R rabalder n. (brudulje, bråk) καυγάς, ο [Ǥ kavDžas] # αναµπουµπούλα, η [i anabumbula] # (ballade, spetakkel, hurlumhei) άρπαγµα, το [tǥ arpaDžma] # του κουτρούλη ο γάµος [tǥ kutruli Ǥ DžamǤs] # (støy av

Detaljer

sabinerinnerovet (rovet på de sabinske kvinner) η αρπαγή των Σαβινών [i arpaji tǥn

sabinerinnerovet (rovet på de sabinske kvinner) η αρπαγή των Σαβινών [i arpaji tǥn 1 S sabel m. σπαθί, το [tǥ spaϑi] # (folk.) πάλα, η [i pala] sabelrasling f.m. (overf.: krigersk, truende oppførsel) πολεµικός εκϕοβισµός, ο [Ǥ pǥlεmikǥs εkfǥvizmǥs] sabinerinnerovet (rovet på de sabinske

Detaljer

ύπνο όταν χτύπησε το τηλέϕωνο [mǥlis εtimazǥmun na paǥ ja ipnǥ Ǥtaŋ Χtipisε tǥ

ύπνο όταν χτύπησε το τηλέϕωνο [mǥlis εtimazǥmun na paǥ ja ipnǥ Ǥtaŋ Χtipisε tǥ 1 ferd f.m. (tur, reise) ταξίδι, το [tǥ taksiði] # (ekspedisjon, reise, delegasjon) αποστολή η [i apǥstǥli] # (tur, marsj, løp) δρόµος, ο [Ǥ ðrǥmǥs] / jeg var akkurat i ferd med/ skulle akkurat til å å

Detaljer

απόρθητος [apǥrϑitǥs] # απρόσβλητος [aprǥzvlitǥs] # (sikret mot

απόρθητος [apǥrϑitǥs] # απρόσβλητος [aprǥzvlitǥs] # (sikret mot 1 U uakseptabel adj. (forkastelig, umulig) απαράδεκτος [aparaðεkt34ǥs] # απαράδεχτος [aparaðεχtǥs] / dette er helt uakseptabelt! (nå går det for vidt! det er utenfor sømmelighetens grenser!) αυτό παραείναι!

Detaljer

εpaϑε tipǥta] / omfattende skader εκτεταµένες ζηµίες [εktεtamεnεz zimiεs] /

εpaϑε tipǥta] / omfattende skader εκτεταµένες ζηµίες [εktεtamεnεz zimiεs] / 1 skabb m. ψώρα, η [i psǥra] skabbete adj. ψωραλέος [psǥralεǥs] # (overf. fattigslig, ussel) ψωραλέος [psǥralεǥs] skaberakk n. (sidt, utsmykket hestedekken) έποχον, το [tǥ εpǥχǥn] skabrøs adj. (uanstendig,

Detaljer

εnas] : den ene.. den andre (førstnevnte. sistnevnte) ο µεν... ο δε [Ǥ mεn Ǥ ðε]

εnas] : den ene.. den andre (førstnevnte. sistnevnte) ο µεν... ο δε [Ǥ mεn Ǥ ðε] 1 en ub.art. ένας /µία (µια)/ένα [εnas/mia (mja)/εna] # (ubest. pron. en eller annen, man) (m.) κανένας [kanεnas] / κανείς [kanis] - (f.) καµιά [kamja] / καµία [kamia] - (n.) κανένα [kanεna] / κάνα [kana]

Detaljer

ri v. (ri på en hest) καβαλάω [kavalaǥ] # πάω/έρχοµαι/ταξιδεύω µε τ' άλογο [paǥ/

ri v. (ri på en hest) καβαλάω [kavalaǥ] # πάω/έρχοµαι/ταξιδεύω µε τ' άλογο [paǥ/ 1 ri v. (ri på en hest) καβαλάω [kavalaǥ] # πάω/έρχοµαι/ταξιδεύω µε τ' άλογο [paǥ/ εrχǥmε/taksiðεvǥ mε talǥDžǥ] # πηγαίνω έϕιππο/καβάλα [pijεnǥ εfipǥs/kavala] # (ri/sykle, stige opp på en hest/sykkel) καβαλικεύω

Detaljer

sugelam n. (lam som suger morsmelk) αρνάκι γάλακτος, το [tǥ arnaki DžalaktǤs]

sugelam n. (lam som suger morsmelk) αρνάκι γάλακτος, το [tǥ arnaki DžalaktǤs] 1 subbe v. (gå subbende, subbe omkring/bortover) σέρνω τα βήµατά µου [sεrnǥ ta vimata mu] # (subbe med føttene, slepe med føttene) σέρνω τα πόδια [sεrnǥ ta pǥðia] / subbe skoene over golvet (gå subbende

Detaljer

ψήνω σε εορταστική ψησταριά κρεάτων [psinǥ sε εǥrtastiki psistarja krεatǥn]

ψήνω σε εορταστική ψησταριά κρεάτων [psinǥ sε εǥrtastiki psistarja krεatǥn] 1 gribb m. (ornit., bokst. og overf. plyndrer, sjakal) γύπας, ο [Ǥ jipas] # άρπαγος, ο [Ǥ arpaDžǥs] # αρπακτικό όρνιο, το [tǥ arpaktikǥ ǤrniǤ] griff m. (fabeldyr, halvt løve og halvt ørn) γρύπας, ο [Ǥ Džripas]

Detaljer

[ϑεlimatika] # επίτηδες [εpitiðεs] # εξεπίτηδες [εksεpitiðεs] # επιταυτού

[ϑεlimatika] # επίτηδες [εpitiðεs] # εξεπίτηδες [εksεpitiðεs] # επιταυτού 1 vilje m. βουλή, η [i vuli] # (det å ville noe) βούληση, η [i vulisi] # (intensjon, ønske) θέληση, η [i ϑεlisi] / av egen fri vilje αυτόβουλα [aftǥvula] # αυτόβουλως* [aftǥvulǥs] # αυτοπροαίρετος [aftǥprǥεrεtǥs]

Detaljer

n / = tallverdi 50 / fork. for sør sør- øst sør-vest nabo hjelpsom nabo jeg overlot hunden/nøklene til en nabo naboene våre nabo-

n / = tallverdi 50 / fork. for sør sør- øst sør-vest nabo hjelpsom nabo jeg overlot hunden/nøklene til en nabo naboene våre nabo- 1 N n m. (bokstaven n) νι, το [tǥ ni] / ν' = tallverdi 50 / fork. for sør Ν. (Νότιος) / sørøst NA. / sør-vest Ν. nabo m. (mannlig:) γείτονας, ο [Ǥ jitǥnas] # (kvinnelig:) γειτόνισσα, η [i jitǥnisa] / en

Detaljer

[anǥϑεtǥ Χrisafi/vutirǤ] / rent mord (rene mordet, mord - verken mer eller mindre)

[anǥϑεtǥ Χrisafi/vutirǤ] / rent mord (rene mordet, mord - verken mer eller mindre) 1 R ren adj. (rein, klar, tydelig) καθαρός [kaϑarǥs] # (enkel, vanlig) απλός [aplǥs] # uplettet, ulastelig, plettfri) άµωµος [amǥmǥs] # άχραντος [aχrandǥs] # (sann, ekte) ακραιϕνής* [akrεfnis] # (klar,

Detaljer

monogami m. (engifte) µονογαµία, η [i mǥnǥDžamia] monografi m. µονογραϕία, η [i mǥnǥDžrafia]

monogami m. (engifte) µονογαµία, η [i mǥnǥDžamia] monografi m. µονογραϕία, η [i mǥnǥDžrafia] 1 mon v (mon tro, skal tro, jeg lurer på, (jeg) gadd vite) (konj.:) άραγε [arajε] / mon tro hvem han kan være? (jeg lurer på hvem han er) άραγε ποιος να 'ναι; [arajε pjǥs nanε] : mon tro hvor mange som

Detaljer

pocketbok f.m. βιβλίο τσέπης, το [tǥ vivliǥ tsεpis] # (bok i pocketformat) βιβλίο σε

pocketbok f.m. βιβλίο τσέπης, το [tǥ vivliǥ tsεpis] # (bok i pocketformat) βιβλίο σε 1 pocketbok f.m. βιβλίο τσέπης, το [tǥ vivliǥ tsεpis] # (bok i pocketformat) βιβλίο σε µέγεθος τσέπης [vivliǥ sε mεjεϑǥs tsεpis] pode m. (gutt, avlegger) βλαστάρι, το [tǥ vlastari] pode v. (et tre) βολιάζω

Detaljer

forgape seg m. (bli forelsket) ξετρελαίνοµαι [ksεtrεlεnǥmε] / han er helt forgapt i henne ξετρελάθηκε µε δαύτη [ksεtrεlaϑikε mε ðafti] forgapt adj.

forgape seg m. (bli forelsket) ξετρελαίνοµαι [ksεtrεlεnǥmε] / han er helt forgapt i henne ξετρελάθηκε µε δαύτη [ksεtrεlaϑikε mε ðafti] forgapt adj. 1 forgape seg m. (bli forelsket) ξετρελαίνοµαι [ksεtrεlεnǥmε] / han er helt forgapt i henne ξετρελάθηκε µε δαύτη [ksεtrεlaϑikε mε ðafti] forgapt adj. (forelsket, helt betatt) ξεµυαλισµένος [ksεmjalizmεnǥs]

Detaljer

kaϑε ΧrǤnǤz mεtrai ðipla ja ti sindaksi]

kaϑε ΧrǤnǤz mεtrai ðipla ja ti sindaksi] 1 do m. (mus.) ντο, το [tǥ dǥ] do m.n. (klosett, wc) βεσές, ο [Ǥ vεsεs] # αποχωρητήριο, το [tǥ apǥχǥritiriǥ] # (klosett, tørrklosett, latrine) απόπατος, ο [Ǥ apǥpatǥs] / gå på do αποπατώ [apǥpatǥ] # (voksne:

Detaljer

εtǥn] / de (som bor/holder til) under oss οι αποκάτω µας [i apǥkatǥ mas] / du

εtǥn] / de (som bor/holder til) under oss οι αποκάτω µας [i apǥkatǥ mas] / du 1 unasjonal adj. (upatriotisk) αντεθνικός [andεϑnikǥs] unaturlig adj. (affektert, tilgjort) εξεζητηµένος [εksεzitimεnǥs] # (affektert, bundet, tvungen, sær, irrasjonell, naturstridig) αϕύσικος [afisikǥs]

Detaljer

pεndε kε stǥ çεri para ðεka kε kartεri] # κάλλιο ένα και στο χέρι παρά δέκα και

pεndε kε stǥ çεri para ðεka kε kartεri] # κάλλιο ένα και στο χέρι παρά δέκα και 1 fuge f.m. (sprekk, mellomrom mellom to konstruksjonselementer, skjøt, sammenføyning) αρµός, ο [Ǥ armǥs] fuge v. (spekke, tette sprekker i mur) αρµολογώ [armǥlǥDžǥ] fuging f.m. (spekking av mur) αρµολό(γ)ηµα,

Detaljer

ǤksǤs] / eddik og olje λαδόξυδο, το [tǥ laðǥksiðǥ] / krydre noe i/med eddik

ǤksǤs] / eddik og olje λαδόξυδο, το [tǥ laðǥksiðǥ] / krydre noe i/med eddik 1 E eau de cologne m. (kølnervann) κολώνια, η [i kǥlǥnia] # κολόνια, η [i kǥlǥnia] / ei lita flaske eau de cologne ένα µπουκαλάκι κολώνια [εna bukalaki kǥlǥnia] ebbe f.m. (lavvann) άµπωτη, η [i ambǥti]

Detaljer

Ordenes makt. Første kapittel

Ordenes makt. Første kapittel Første kapittel Ordenes makt De sier et ord i fjernsynet, et ord jeg ikke forstår. Det er en kvinne som sier det, langsomt og tydelig, sånn at alle skal være med. Det gjør det bare verre, for det hun sier,

Detaljer

NULL TIL HUNDRE PÅ TO SEKUNDER

NULL TIL HUNDRE PÅ TO SEKUNDER NULL TIL HUNDRE PÅ TO SEKUNDER Brenner broer, bryter opp, satser alt på et kort Satser alt på et kort. Lang reise ut igjen. Vil jeg komme hjem? Vil jeg komme hjem igjen? Melodi: Anders Eckeborn & Simon

Detaljer

ANNE HELENE GUDDAL Bebo Roman

ANNE HELENE GUDDAL Bebo Roman ANNE HELENE GUDDAL Bebo Roman Du glemmer ikke, men noe klangløst tar bolig i deg. Roland Barthes Jeg ville kaste nøklene om jeg kunne, men jeg kommer alltid tilbake til de låste dørene for å åpne rom etter

Detaljer

babykorg f. (babybag) ϕοριτό λίκνο, το [tǥ fǥritǥ liknǥ] # (dagl.) πορτ µπεµπέ, ο [Ǥ

babykorg f. (babybag) ϕοριτό λίκνο, το [tǥ fǥritǥ liknǥ] # (dagl.) πορτ µπεµπέ, ο [Ǥ 1 B Baal (rel.)(guddom) Βάαλ [val] babbel n. (uforståelig, utydelig tale) δυσνόητη/ακατάληπτη οµιλία, η [i ðisnǥiti/ akatalipti Ǥmilia] # συναρτισίες [sinartisiεs] # µουρµουρίσµατα [murmurizmata] babelsk

Detaljer

Blanca Busquets. Stillhetens hus. Oversatt av Kaja Rindal Bakkejord

Blanca Busquets. Stillhetens hus. Oversatt av Kaja Rindal Bakkejord Blanca Busquets Stillhetens hus Oversatt av Kaja Rindal Bakkejord Til min far og til min onkel Francesc, som alltid har gitt alt for musikken Øvelsen Teresa Min første fiolin fant jeg på en søppelfylling.

Detaljer

MIN SKAL I BARNEHAGEN

MIN SKAL I BARNEHAGEN MIN SKAL I BARNEHAGEN Bilde 1: Hei! Jeg heter Min. Jeg akkurat fylt fire år. Forrige uke hadde jeg bursdag! Jeg bor i Nord-Korea. Har du hørt om det landet før? Der bor jeg sammen med mamma, pappa, storebroren

Detaljer

Av en født forbryters dagbok

Av en født forbryters dagbok Johan Borgen: Av en født forbryters dagbok Bestefar er en stokk. Han bor på loftet og banker i gulvet når jeg har sovet og er våt fordi jeg har tisset på meg, og når jeg skal sove og jeg er tørr fordi

Detaljer

MOR. Abdulgafur Dogu. 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611

MOR. Abdulgafur Dogu. 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611 MOR Av Abdulgafur Dogu 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611 1 INT. KJØKKEN/STUA. DAG Det er en sørgelig betonet stue med noen bilder på veggen. Veggene er nøytrale i fargen, og ellers

Detaljer

MOR. Abdulgafur Dogu. 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611

MOR. Abdulgafur Dogu. 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611 MOR Av Abdulgafur Dogu 01.07.2010 Abdulgafur Dogu Mesopotamia Film Tlf: 46236611 1 INT. KJØKKEN/STUA. MORGEN Vi er utenfor huset, gjennom stua vinduet går vi inn. Det er en stue med noen bilder på veggen.

Detaljer

Karin Kinge Lindboe Illustrert av Sissel Horndal. leseserie Bokmål. DøDen i Døra. Norsk for barnetrinnet

Karin Kinge Lindboe Illustrert av Sissel Horndal. leseserie Bokmål. DøDen i Døra. Norsk for barnetrinnet Karin Kinge Lindboe Illustrert av Sissel Horndal leseserie Bokmål DøDen i Døra Norsk for barnetrinnet 15978_Dodenidora_BM.indd 1 05-12-07 10:45:52 Fuglen hans er død. Kim løper over jordet og griner. Tolv

Detaljer

/Lyte/ Roman KRISTIN RIBE FORLAGET OKTOBER 2015

/Lyte/ Roman KRISTIN RIBE FORLAGET OKTOBER 2015 /Lyte/ Roman KRISTIN RIBE FORLAGET OKTOBER 2015 Dette siste lange så lenge: /Men jeg vil jo ikke dette men jeg vil jo ikke dette men jeg vil jo ikke dette./ Åpner lyset. Åpner gardinene, lyset. Øynene

Detaljer

Barry Lyga. Game. Oversatt av Fartein Døvle Jonassen. Gyldendal

Barry Lyga. Game. Oversatt av Fartein Døvle Jonassen. Gyldendal Barry Lyga Game Oversatt av Fartein Døvle Jonassen Gyldendal Til Kathy. Endelig. Del én 3 spillere, 2 lag Kapittel 1 Hun hadde skreket, men hun hadde ikke grått. Det var det han kom til å huske, tenkte

Detaljer

Harlan Coben. Jegeren. Oversatt av Ina Vassbotn Steinman

Harlan Coben. Jegeren. Oversatt av Ina Vassbotn Steinman Harlan Coben Jegeren Oversatt av Ina Vassbotn Steinman Om forfatteren: Krimbøkene til amerikaneren Harlan Coben ligger på bestselgerlistene i mange land. Han er den første som har vunnet de høythengende

Detaljer

LØVELOVEN VI ER VENNER.

LØVELOVEN VI ER VENNER. LØVELOVEN KAN DU LØVELOVEN? JEG SKAL VÆRE MEG, MEN GI PLASS TIL ANDRE, SLIK AT DE BLIR SEG. BRY MEG OM EN ANNEN HJELPE HVIS JEG KAN. SLIK BLIR LIVET BEDRE FOR BARN I ALLE LAND. SER DU EN SOM PLAGES? DET

Detaljer

BLUE ROOM SCENE 3. STUDENTEN (Anton) AU PAIREN (Marie) INT. KJØKKENET TIL STUDENTENS FAMILIE. Varmt. Hun med brev, han med bok. ANTON Hva gjør du?

BLUE ROOM SCENE 3. STUDENTEN (Anton) AU PAIREN (Marie) INT. KJØKKENET TIL STUDENTENS FAMILIE. Varmt. Hun med brev, han med bok. ANTON Hva gjør du? BLUE ROOM SCENE 3 STUDENTEN (Anton) AU PAIREN (Marie) INT. KJØKKENET TIL STUDENTENS FAMILIE. Varmt. Hun med brev, han med bok. Hva gjør du? Skriver brev. Ok. Til hvem? Til en mann jeg møtte på dansen/

Detaljer

Det står skrevet i evangeliet etter Johannes i det 10. Kapittel:

Det står skrevet i evangeliet etter Johannes i det 10. Kapittel: Preken 26. april 2009 I Fjellhamar kirke. 2.s e påske og samtalegudstjeneste for konfirmanter Kapellan Elisabeth Lund Det står skrevet i evangeliet etter Johannes i det 10. Kapittel: Jeg er den gode gjeteren.

Detaljer

Refleksjoner over livet

Refleksjoner over livet Refleksjoner over livet Firmanavn Pris: Pris:60,60,- krkr. S k rskrevet e v e t a v Bav j ø r nbjørn Ingar Pedersen Ingar Pedersen Side 2 Regler Jeg er bundet på hender og føtter, av regler, men det er

Detaljer

Hva gjorde du i hjemlandet ditt? Gikk du på skole? Jeg var liten da jeg måtte forlate Bhutan. Jeg var ikke gammel nok til å begynne på skole.

Hva gjorde du i hjemlandet ditt? Gikk du på skole? Jeg var liten da jeg måtte forlate Bhutan. Jeg var ikke gammel nok til å begynne på skole. Intervju med Devi Charan Chamlagai Presentasjon Hvordan introduserer du deg? Navnet mitt er Devi Charan Chamlagai, og jeg er 24 år. Dette er mitt fullstendige navn. Jeg bruker dette navnet overalt. Jeg

Detaljer

Kristin Ribe Natt, regn

Kristin Ribe Natt, regn Kristin Ribe Natt, regn Elektronisk utgave Forlaget Oktober AS 2012 Første gang utgitt i 2012 www.oktober.no Tilrettelagt for ebok av Type-it AS, Trondheim 2012 ISBN 978-82-495-1049-8 Observer din bevissthet

Detaljer

Mamma er et annet sted

Mamma er et annet sted Tanja Wibe-Lund Mamma er et annet sted En bok om mobbing Om forfatteren: Aasne Linnestå (f. 1963) er romanforfatter, lyriker og dramatiker. er hennes første roman for ungdom. Om boken: Mamma er død. Jeg

Detaljer

Liv Mossige. Tyskland

Liv Mossige. Tyskland Liv Mossige Tyskland Ha langmodighet, o Herre, Med oss arme syndens børn! Gi oss tid og far med tål Før du tender vredens bål, Og når hele verden brenner, Rekk imot oss begge hender! (Salme 647, Landstad,

Detaljer

SNIFF OG SNIFFELINE DRAR TIL DISNEYLAND

SNIFF OG SNIFFELINE DRAR TIL DISNEYLAND SNIFF OG SNIFFELINE DRAR TIL DISNEYLAND Av Karoline Arhaug Wilhelmsen Illustrasjoner: Janne Beate Standal Hei. Jeg heter Sniff og skal fortelle deg en spennende historie om to små dyr. Det er meg, Sniff,

Detaljer

SC1 INT KINO PÅL (29) og NILS (31) sitter i en kinosal. Filmen går. Lyset fra lerretet fargelegger ansiktene til disse to.

SC1 INT KINO PÅL (29) og NILS (31) sitter i en kinosal. Filmen går. Lyset fra lerretet fargelegger ansiktene til disse to. PÅ DIN SIDE AV TIDEN v5.0 SC1 INT KINO (29) og (31) sitter i en kinosal. Filmen går. Lyset fra lerretet fargelegger ansiktene til disse to. hvisker i øret til Pål Vil du gifte deg med meg? Hva? trekker

Detaljer

Anne-Cath. Vestly. Åtte små, to store og en lastebil

Anne-Cath. Vestly. Åtte små, to store og en lastebil Anne-Cath. Vestly Åtte små, to store og en lastebil Åtte små, to store og en lastebil Det var en gang en stor familie. Det var mor og far og åtte unger, og de åtte ungene het Maren, Martin, Marte, Mads,

Detaljer

Kunne du velge land da du fikk tilbudet om gjenbosetting? Hvorfor valgte du Norge? Nei, jeg hadde ingen valg.

Kunne du velge land da du fikk tilbudet om gjenbosetting? Hvorfor valgte du Norge? Nei, jeg hadde ingen valg. Intervju med Thaer Presentasjon Thaer er 28 år og kommer fra Bagdad, hovedstaden i Irak. Han kom til Norge for tre år siden som overføringsflyktning. Før han kom til Norge var han bosatt ca. ett år i Ron

Detaljer

Gud har ikke gitt deg frustrasjonens ånd!

Gud har ikke gitt deg frustrasjonens ånd! Gud har ikke gitt deg frustrasjonens ånd Bibelen sier at Gud ikke har gitt oss motløshetens (eller fryktens) ånd (2Tim 1:7), men kraft kjærlighet og selvkontroll (sindighet/sunt sinn). Jeg tror en bror

Detaljer

S. J. BOLTON. Nå ser du meg. Oversatt av Pål F. Breivik

S. J. BOLTON. Nå ser du meg. Oversatt av Pål F. Breivik S. J. BOLTON Nå ser du meg Oversatt av Pål F. Breivik Til Andrew, som leser bøkene mine først; og til Hal, som ikke kan vente på å få komme i gang. Prolog For elleve år siden Blader, gjørme og gress virker

Detaljer

Hanne Ørstavik Hakk. Entropi

Hanne Ørstavik Hakk. Entropi Hanne Ørstavik Hakk. Entropi 2012 Forlaget Oktober AS, Oslo Første gang utgitt i 1994/1995 www.oktober.no Tilrettelagt for ebok av Type-it AS, Trondheim 2012 ISBN 978-82-495-1026-9 Hakk En sel kommer mot

Detaljer

MARIETTA Melody! Å, det er deg! Å, min Gud! Det er barnet mitt! Endelig fant jeg deg! MARIETTA Lovet være Jesus! Å, mine bønner er endelig besvart!

MARIETTA Melody! Å, det er deg! Å, min Gud! Det er barnet mitt! Endelig fant jeg deg! MARIETTA Lovet være Jesus! Å, mine bønner er endelig besvart! WHATEVER WORKS Melody har flyttet uten forvarsel fra sine foreldre, og bor nå med sin mann Boris. Moren til Melody, Marietta, er blitt forlatt av sin mann, og er kommet til leiligheten deres. Det er første

Detaljer

EGG ΑΥΓΌ EGG HUEVO EI ŒUFS

EGG ΑΥΓΌ EGG HUEVO EI ŒUFS NAAFs matparlører > Ved eggallergi må både plommen og hviten unngås inngår i mange matvarer som for eksempel sauser, kaker, bakverk, kavringer, kjeks, pasta, konfekt med mer Matlagingstradisjoner varierer

Detaljer

Rømskog fritidsklubbs Latviatur 2012

Rømskog fritidsklubbs Latviatur 2012 Rømskog fritidsklubbs Latviatur 2012 24/6 Vi reiste fra Rømskog og kjørte med buss til Stockholm. Vi stoppet to ganger på veien. Fremme i Stockholm tok vi båten til Riga. Inne på båten fant vi først rommene

Detaljer

Bjørn Ingvaldsen. Far din

Bjørn Ingvaldsen. Far din Bjørn Ingvaldsen Far din Far din, sa han. Det sto en svart bil i veien. En helt vanlig bil. Stasjonsvogn. Men den sto midt i veien og sperret all trafikk. Jeg var på vei hjem fra skolen, var sein, hadde

Detaljer

Lynne og Anja. Oddvar Godø Elgvin. Telefon: 99637736/37035023 Email: oddvar@elgvin.org

Lynne og Anja. Oddvar Godø Elgvin. Telefon: 99637736/37035023 Email: oddvar@elgvin.org Lynne og Anja Av Oddvar Godø Elgvin Telefon: 99637736/37035023 Email: oddvar@elgvin.org FADE IN EXT, KIRKEGÅRD, MOREN TIL SIN BEGRAVELSE (21), med blondt hår, lite sminke, rundt ansikt og sliten - er tilskuer

Detaljer

Kari Kolbjørnsen Bjerke. Kartlegging 2. Bokmål

Kari Kolbjørnsen Bjerke. Kartlegging 2. Bokmål Kari Kolbjørnsen Bjerke Kartlegging 2 Bokmål Del 1 Advarsel Mamma skrur opp lyden. «Velkommen til løveparken. I parken bor det én hannløve og tretten hunnløver. Løver er farlige dyr» Stemmen fra høyttaleren

Detaljer

Fest&følelser Del 1 Innledning. Om seksualitet. http://suntogsant.no/kursdeler/innledning-om-seksualitet/

Fest&følelser Del 1 Innledning. Om seksualitet. http://suntogsant.no/kursdeler/innledning-om-seksualitet/ Fest&følelser Del 1 Innledning Om seksualitet http:///kursdeler/innledning-om-seksualitet/ Dette er manuset til innledningen og powerpoint-presentasjonen om seksualitet. Teksten til hvert bilde er samlet

Detaljer

Mitt liv Da jeg var liten, følte jeg meg som den lille driten. På grunn av mobbing og plaging, jeg syk jeg ble, og jeg følte at jeg bare skled.

Mitt liv Da jeg var liten, følte jeg meg som den lille driten. På grunn av mobbing og plaging, jeg syk jeg ble, og jeg følte at jeg bare skled. Mitt liv Da jeg var liten, følte jeg meg som den lille driten. På grunn av mobbing og plaging, jeg syk jeg ble, og jeg følte at jeg bare skled. Av: Betty Cathrine Schweigaard Selmer Jeg 1 år var og var

Detaljer

I en annen verden. Oversatt fra engelsk av Hilde Rød-Larsen

I en annen verden. Oversatt fra engelsk av Hilde Rød-Larsen Grace McCleen I en annen verden Oversatt fra engelsk av Hilde Rød-Larsen Til engelen Dette er hva Herren Gud har sagt: «Den dagen jeg utvalgte Israel, da løftet jeg også min hånd til ed for Jakobs hus

Detaljer

Thomas Enger. Den onde arven. Gyldendal

Thomas Enger. Den onde arven. Gyldendal Thomas Enger Den onde arven Gyldendal Til verdens beste barn Prolog I dag fant jeg ut at jeg er død. Det kom som et sjokk på meg, selv om jeg visste at det kunne skje etter så mange år. Min egen dødsannonse.

Detaljer

Jørgen Brekke. kabinett. Kriminalroman

Jørgen Brekke. kabinett. Kriminalroman Jørgen Brekke Doktor Fredrikis kabinett Kriminalroman Til mamma, for det aller meste Djevelen ynder å skjule seg. Første dag 1 Sluttet det her? Det føltes som om det lille, bedervede hjertet hennes slo

Detaljer

Hennes ukjente historie

Hennes ukjente historie Hennes ukjente historie 19. oktober 1957 Der sto den. Den lille, svarte, rosemalte boksen. De rosa håndmalte rosene strakk seg over lokket, og dekket hele overflaten. Og i midten av den ene rosen foran,

Detaljer

BEVEGELSER 1 Gå rolig og besluttsomt mot hylla hvor Se her! Se hvor jeg går.

BEVEGELSER 1 Gå rolig og besluttsomt mot hylla hvor Se her! Se hvor jeg går. SKAPELSEN TIL DENNE LEKSJONEN Tyngdepunkt: Skapelsesdagene (1. Mos. 1,1 2,3) Hellig historie Kjernepresentasjon Om materiellet Plassering: hyllene med hellig historie Elementer: 7 skapelseskort, stativ

Detaljer

Linnéa Myhre. Evig søndag. Roman

Linnéa Myhre. Evig søndag. Roman Linnéa Myhre Evig søndag Roman En tilfeldig søndag Det var bare ved et uhell at jeg gikk med på å oppsøke en psykiater. På nyåret hadde jeg begynt å gå lange strekninger utendørs, uten å vite verken hvor

Detaljer

Hvorfor kontakt trening?

Hvorfor kontakt trening? 1 Hva menes med kontakt? Med kontakt mener jeg at hunden skal ta blikkontakt med deg og at den er oppmerksom og konsentrert på deg. Hvorfor kontakt trening? Kontakt trening tørr jeg påstå er den viktigste

Detaljer

Fagdag for ansatte i skole og SFO - 12.3.14 Beskrivelse av aktiviteter smakebiter fra våre kurs

Fagdag for ansatte i skole og SFO - 12.3.14 Beskrivelse av aktiviteter smakebiter fra våre kurs Fagdag for ansatte i skole og SFO - 12.3.14 Beskrivelse av aktiviteter smakebiter fra våre kurs AKTIVE PAUSER OG AVSPENNING Atle Rolstadaas Hopp inn, hopp ut Utstyr: ingen Alle stiller seg i en sirkel

Detaljer

Vlada med mamma i fengsel

Vlada med mamma i fengsel Vlada med mamma i fengsel Vlada Carlig f 14.03 2000, er også en av pasientene på tuberkulose sykehuset som Maria besøker jevnlig. Etter klovn underholdningen på avdelingen julen 2012 kommer Vlada bort

Detaljer

ANITA forteller. om søndagsskolen og de sinte mennene

ANITA forteller. om søndagsskolen og de sinte mennene ANITA forteller om søndagsskolen og de sinte mennene Tekst og foto: Marianne Haugerud (Fortellingen bygger på virkelige hendelser, men er lagt i Anitas munn av Stefanusalliansen.) 1 Hei! Jeg heter Anita,

Detaljer

Sønnen til læreren 2

Sønnen til læreren 2 Bjørn Ingvaldsen Sønnen til læreren 2 For null musikk Gyldendal Innledning Noen burde finne opp noe. Noe smart. Noe som gjør at du alltid vet hvor foreldrene dine er. Hunder er greie å holde rede på. De

Detaljer

9c Sander R. Johansen. Tidsmaskinen

9c Sander R. Johansen. Tidsmaskinen Tidsmaskinen Utrolig hvordan ting kan gå seg til, eller hva? Det føles som om det kun er noen timer siden jeg satt hjemme i sofaen og åt potetgull. Om jeg aldri hadde sagt ja til å være testkanin for han

Detaljer

(Vi har spurt om lov før vi har tatt bilde av de eldre)

(Vi har spurt om lov før vi har tatt bilde av de eldre) Malta uke 3 Så var vi alt på den siste uken, på tirsdagen arrangerte vi en «Beauty dag» på saura home. Vi Vasket hendene og masserte inn med fuktighets krem og lakkerte neglene deres. Det var mange som

Detaljer

Kvinne 66 kodet med atferdsskårer

Kvinne 66 kodet med atferdsskårer Kvinne 66 kodet med atferdsskårer Målatferd: Redusere alkoholforbruket 1. Sykepleieren: Men det ser ut som det er bra nå. (Ukodet) Pasienten: Ja, nei, det går fort over dette her. 2. Sykepleieren: Gjør

Detaljer

Med litt redigering av dette utdraget, kan man gjennomføre en utrolig morsom arbeidsscene.

Med litt redigering av dette utdraget, kan man gjennomføre en utrolig morsom arbeidsscene. AMATØRENE Av: Pål Sletaune (IVER) Med litt redigering av dette utdraget, kan man gjennomføre en utrolig morsom arbeidsscene. EXT. GATE UTENFOR/INT. GATEKJØKKEN ETTERMIDDAG En litt forhutlet skikkelse kommer

Detaljer

Hva gjør du? Er det mine penger? Nei, du har tjent dem. Behold dem.

Hva gjør du? Er det mine penger? Nei, du har tjent dem. Behold dem. Int, kjøkken, morgen Vi ser et bilde av et kjøkken. Det står en kaffekopp på bordet. Ved siden av den er en tallerken med en brødskive med brunost. Vi hører en svak tikkelyd som fyller stillheten i rommet.

Detaljer

Venner på tur i Roma. Sommeren 2015

Venner på tur i Roma. Sommeren 2015 Venner på tur i Roma Sommeren 2015 Vi har bestemt oss for å reise til de solfylte gatene i Roma. En av grunnene til at vi skal reise til Roma er for å unngå halv-sommeren i Norge og for å få litt ordentlig

Detaljer

LEIKRIT: ONNUR ÚTGÁVA PASSASJEREN SAKARIS STÓRÁ INT. SYKEHUS -KVELD (PROLOG)

LEIKRIT: ONNUR ÚTGÁVA PASSASJEREN SAKARIS STÓRÁ INT. SYKEHUS -KVELD (PROLOG) LEIKRIT: ONNUR ÚTGÁVA PASSASJEREN SAKARIS STÓRÁ INT. SYKEHUS -KVELD (PROLOG) Vage silouetter av et syke-team. Projecteres på en skillevegg. Stemmene til personalet samt lyden av en EKG indikerer at det

Detaljer

Siobhán Parkinson. Noe usynlig. Oversatt av Gry Wastvedt

Siobhán Parkinson. Noe usynlig. Oversatt av Gry Wastvedt Siobhán Parkinson Noe usynlig Oversatt av Gry Wastvedt En Tusenfryd følger Solen blidt Og når hans gyldne gang er slutt Sitter han sky ved hans føtter Han våkner og finner blomsten der Hvorfor Røver er

Detaljer

Roald Dahl. Heksene. Illustrert av Quentin Blake. Oversatt av Tor Edvin Dahl

Roald Dahl. Heksene. Illustrert av Quentin Blake. Oversatt av Tor Edvin Dahl Roald Dahl Heksene Illustrert av Quentin Blake Oversatt av Tor Edvin Dahl Kapittel 1 Et forord om hekser I eventyrene har heksene alltid tåpelige, svarte hatter og svarte kapper og rir på kosteskaft. Men

Detaljer

PROSJEKT: «Det flyvende teppe» Våren 2015.

PROSJEKT: «Det flyvende teppe» Våren 2015. PROSJEKT: «Det flyvende teppe» Våren 2015. Hver avdeling har valgt sitt land og laget et fabeldyr som barna har funnet navn til og laget en fabel om. «En vennskapsreise, - fra Norge til Kina og Libanon

Detaljer